Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Νοέμβριος, 2017

Έφη Καλογεροπούλου: "Ανάληψη"

Έγινε νησί απελπίστηκε σωρός από σκοτάδι ξεδίπλωσε τον εαυτό του έξω απ’ την πόρτα τώρα μπορεί να τον δει ολόκληρο τον εαυτό του φεύγει ψάχνει επιστρέφει κρατά φακό φωτίζει το τρύπιο του καπέλο βρίσκει το ρολόι, ρολόι τσέπης γίνεται χρόνος πατά στη ζυγαριά μετρά θερμοκρασία τον βρίσκει κι από χιόνι πιο ελαφρύ παράξενο η θάλασσα γύρω του έχει δίχτυα ο βυθός σφουγγάρια κι η νύχτα κόκκινους αγγέλους μια σωματική ανάμνηση που λιώνει τον κυκλώνει δελφίνια ψάρια στα βαθιά κι ένα άλογο λευκό καλπάζει χρόνια από πού ήρθε; Πού πηγαίνει;
Στον επόμενο τόνο η νύχτα πίνει οινόπνευμα μασάει νικοτίνη ντύνεται πουλί πετά κλείνει τα μάτια είναι παντού βρέχει φωτιά κι αστέρια


(από τη συλλογή "Χάρτης ναυαγίων", εκδ. Μετρονόμος, 2017)


Ανδρέας Τσιάκος: "Μια τρύπα στο μέλλον"

Σε λίγο καιρό,
αυτό το θαυμάσιο γέλιο
θα γίνει η ελπίδα να σου ξαναπώ
πως ό,τι μεταμορφώνεται σε ύπαρξη,
με ύψιλον κεφαλαίο,
δίνει στους επόμενους τη σιγουριά
πως κάτι υπήρχε πριν από τον θάνατo
εξίσου δυνατό με τη ζωή.

(από τη συλλογή "Ο λαιμός του δήμιου", εκδ. Straw Dogs, 2016)


Σύλβα Γάλβα: "Καμιά φορά"

Καμιά φορά περνάω έξω από τα βράδια σου βλέπω τα φωτεινά παράθυρα μέχρι κάτω μοσχοβολάνε δυο χέρια άσπρα σαν πρώτη φορά στον ήλιο Πατάω πάνω στο χρόνο και ξεφουσκώνει σφυρίζοντας Στο τέλος μένει ένα βρόμικο πρωί στο πρόσωπό σου κάνει κρύο Αέρας φυσάει απ’ όλες τις κατευθύνσεις Ύστερα, οι μήνες μεγαλώνουν γρήγορα κόβονται στις άκρες ίσα ίσα να ’ρθουν στα μέτρα μας Τα λυγερά βράδια, τα πράσινα ξαναβγαίνουν κι όταν, σπάνια πια, θα ’ναι ο δρόμος μου από κει, η εικόνα σου χάνεται στη νύχτα γρήγορα αναβοσβήνοντας σαν κόκκινη λέξη στο ποδήλατο


(από τη συλλογή "Passatempo", εκδ. Γαβριηλίδης, 2017)

Θάνος Ι. Κουλουβάκης: "Δε σ' αγαπούν"

Δε σ' αγαπούν. Κι ας ξέρουν - πολύ καλά - ότι χρειάζεσαι την αγάπη τους.
Ανελέητα προσπαθείς - ίσως ακόμη προσμένεις - μα δεν πρόκειται να σ' αγαπήσουν άνθρωποι χωρίς ψυχή.
Άλλωστε κοίταξε εμάς (!) Κοντεύουμε πια - όντας μικροί κι ανύπαρκτοι - να την χαρίσουμε σε όποιον μας τη ζητήσει.
Σκίζουμε την ψυχή μας ώσπου να διαλυθεί. Μας απέμεινε άραγε τίποτε εκτός από σάπια κόκαλα και σάρκα;


Κώστας Καρούσος: "Έτσι θάρθει το μέλλον"

Είπα να συνάξω τις αετοφωλιές
και το ιπτάμενο κέλυφος της αυγής
που έχτισαν οι λέξεις.
Ένα Πάσχα καθαγιασμένο
κι αειπάρθενης Παρασκευής ευωδία
με πορεία πιστών αρχέγονη.
Σαν ασύντριφτη προσδοκία της ποίησης
με φωταύγειες κι εκρήξεις
και λεπτά δόρατα λέξεων.
Έτσι θάρθει το μέλλον
με χαίτες πολιτειών που καλπάζουν
και πολλές μυσταγωγίες αιώνων.
Θα φέρει την ευταξία του επιούσιου
την άφθορη γέννα της έκστασης
και την υπόληψη της ποίησης!!

Κωνσταντίνος Ιωαννίδης: "Όταν χτυπάει το τηλέφωνο"

Χτυπά τηλέφωνο κι εγώ φοβάμαι. Γιατί φοβάμαι; Φοβάμαι τον φόνο ωραίων στιγμών. Φοβάμαι αυτούς που στιγματίζουν αθώους κι ανήμπορους ανθρώπους. Κουλουριασμένη οχιά το τηλέφωνο. Με τέτοια αναβροχιά από πού να μου έρθει δροσιά ανθρωπιάς; Όταν χτυπάει το τηλέφωνο, φοβάμαι πως θ’ ακούσω έναν κακό χρησμό.


Ζαχαρίας Σώκος: "Μάνα"

Πρωί της Κυριακής από λειτουργία επιστρέφεις, φωτεινή, τα ίχνη σου ζητώντας αγρίμι τρομαγμένο στην άβυσσο του χρόνου. Τρίχωμα σε χοντρό κλαδί από ζώα κυνηγημένα σε πέρασμα στενό, ψυχή νυχτιάτικα πετά μαύρο κοτσύφι η σιωπή σου και ο ήχος σου ρέκβιεμ αόρατης ορχήστρας.
Δεν είσαι εδώ, πείνα και δίψα καθώς έφυγες, τον καρπό τον απαγορευμένο δάγκωσες για μένα.


(από τη συλλογή "Άλλα ρούχα", εκδ. Γαβριηλίδης, 2015)

Μανόλης Πρατικάκης: "Απογευματινός περίπατος"

Μη ζητάς είπε χτυπητές εντυπώσεις κραυγές ανάερα φανερά δάκρυα πένθη. Οι δρόμοι σαν και πρώτα υπάρχουν τα μέλη που βαδίζουν τα πλοία τα χαμόγελα οι καθημερινές στιγμές των καθημερινών ανθρώπων τα ωραία κορίτσια που λικνίζονται μέσα στα βλέμματα των χλοερών εφήβων κι ακόμα η κυριότητα των σχημάτων οι αναλλοίωτες διαστάσεις των γωνιών, των ιδεών των ονείρων.
Για να δεις αυτά που ψιθυρίζαμε την περασμένη νύχτα μάταια μην ψάχνεις μες στους δρόμους τούτους, σ’ αυτές τις πολυσύχναστες πλατείες. Τ’ αόρατα στρατόπεδα δε θα τα βρεις, τα αιμόφυρτα καράβια, τα ματωμένα δένδρα της γενιάς σου. Τα θέατρα είναι χτισμένα στην εντέλεια, τα συνεργεία των παραμορφώσεων οι στρατευμένοι παιάνες πίσω απ’ τα μάτια μόνο γύρω-γύρω σύρματα στο βάθος της φωνής, πίσω απ’ τα λόγια.
Ακόμα κι ένα φοβισμένο γύρισμα του κεφαλιού σου προς τα πίσω με πληγώνει.



Αντώνης Δ. Σκιαθάς: "Σκέψεις για τις παρουσίες"

Βαθιά μεσάνυχτα ακούω το τραίνο των τρεις και πέντε,
στην ενδοχώρα του σώματος
οι ήχοι αποκρουστικοί,
κυριεύουν το ριζικό του σκότους,
μ’ αφήνουν και πάλι άυπνο
στου Άθω τις γαζίες.
Ασκήσεις νεκρού
λίγο πριν ξημερώσει.
Τι βλάσφημη νύχτα και αυτή.
Μετρώ τους μυρωμένους χρόνους
γράφοντας και σβήνοντας πάντα
του ίδιου ποιήματος το κάλλος.
Περιγράφω, λοιπόν, το βίο
των άτιμων λέξεων
που με βασάνισαν
τότε και τώρα
με χειρονομίες
σκέψεις και άυπνες μέρες.
Περιγράφω την
αλητεία της γλώσσας,
που μου έμαθε το
Ρο της πατρίδας
να τιμώ με δάφνες
και ας ανήκει
το Φι στη φωτιά
και το Δέλτα στο όνειρο του σώματος
Μα γιατί το Άλφα είναι η
αρχή
και το Έψιλον το έλεος
του χρόνου;

(από τη συλλογή "Ευγενία", εκδ. Πικραμένος, 2016)

Θοδωρής Τσαπακίδης: "Μικρός ή πρίγκιπας;"

Επέστρεψα το μυστικό της μοναξιάς στ’ αστέρια πάλι θέλησα να χάσω τον παράδεισο
Τι ζόρια που τράβηξα στην αρχή και να λιώνουν πολλά βράδια τα φτερά μου
Μα με τον καιρό συνήθισα
Ήμουν πολύ νέος για να είμαι διάττων 



(από τη συλλογή "Ουρανός δωματίου", εκδ.Σοκόλη, 2017)


Θεόδωρος Καλαμπούκας: "Έφθασε ο καιρός ν’ αγαπήσεις το σώμα σου"

Ώρα να συλλαβίσεις το αμίλητο μυστήριο της ψυχής σου.
Κυμάτιζε μια λεπτή φρίκη στη νύχτα.
Μιλούσες και τ’ αγέρι περνούσε απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο σαλεύοντας τη νοτισμένη κουρτίνα. Στα χείλια άνθισε η εξομολόγηση ένα εξάνθημα έσπασε στο σκοτάδι.
Το πρωί ένας λεκές στο άσπρο μετάξι και μια ισχνή χρυσαλλίδα έτοιμη να πετάξει.

(από τη συλλογή "Αντοχή των υλικών", εκδ. ΑΛΔΕ, 2007)


Παναγιώτης Νάννος: "Πυθαγόρεια σιγή"

Τοπίο εν ιερή ερημία.
Το Κάλλος οικονομεί στη γεωμετρία του Φωτός, καθώς οι δέσμες διαθλώνται σε θάλασσα γενέθλια του Αιγαίου, να υπομνήσουν ρήματα του Έρωτα.
Πυθαγόρεια σιγή κάτω στους ελαιώνες.
Ανθούς ανέμων ταξινομεί η συμμετρία των σωμάτων, αρσενικού και θηλυκού: στο μαγνάδι της αλμύρας η προσδοκία θητείας στην Αρμονία.
Με την πίστη κωπηλατούν οι ναύκληροι του ονείρου…


(από τη συλλογή "Τιθωνού σιωπές", εκδ. Σαιξπηρικόν, 2015)


Aντώνης Mακρυδημήτρης: "Mώλυ"

Ίσκιοι παλιοί, θολοί, νοσταλγικοί
Έρχονται απρόσμενα σαν όνειρα ξανά
Να ζήσουνε για μια στιγμή μονάχα

Η θλίψη επιστρέφει, μαζί της κι η δειλή χαρά
Που άνθισε κάποτε εκεί μες στον ορίζοντα της νιότης
Ίχνη που χάθηκαν από τον οίκο της ζωής παντοτινά

Μονάχος τώρα τραγουδώ, τι κι αν οι γύρω δεν ακούνε;
Άσματα στα χείλη σαν τα πουλιά πετούνε
Δοξολογούν σεμνά τα περασμένα

Ήρεμος χώρος ιερός των ταπεινών της ψυχής μυστηρίων
Τα βήματα επιστρέφουν εκεί απ' όπου ξεκίνησα
Αιώνες πριν, λίγες στιγμές μετά την πρώτη γέννησή μου

Σκληρή καρδιά, ησύχασε τώρα πια
Και άκου όσο γίνεται πιο σιωπηλά κι ευλαβικά
Τον ήχο που φέρνει ο άνεμος μέσα από τον καλαμιώνα

Κι αν όσα πω φανούν απατηλά
Γνώριζε εσύ που δυσπιστείς ακόμα
Στα όνειρα ζουν καμιά φορά πολύτιμα όντα.


(απόσπασμα από τη συλλογή "Μώλυ", εκδ. Μελάνι, 2017)

Μιχάλης Πατρώνης: "Αγώνας"

Ψηλά το κεφάλι! Τα μάτια τ’ αγνό το φως των Άστρων ν’ ανακλούν...
Εκεί είν’ ο Ουρανός! Το κατά πάνω μονοπάτι φτάνει να διαλέξεις, κι αυτός σε περιμένει...
Όμως, στη βάση, στα θεμέλια την προσοχή σου να ’χεις!... Επάνω τους την άνοδό σου θα στηρίξεις... Χωρίς αυτά, μάταια η προσπάθεια τον Ουρανό να φτάσεις!
"Προς τι ο κόπος;", θα σου πουν... "Τον ουρανό στα μέτρα μας θα φέρουμε και τ’ άστρα η αμοιβή μας θα ’ναι!"
Ανόητοι!
Μα, ο Ουρανός στα μέτρα μας δεν έρχεται... Μονάχα εμείς στα μέτρα τα δικά του μπορούμε να υψωθούμε, αν θέλουμε Ανθρώπους να μας λένε!
Λοιπόν, στη βάση, στα θεμέλια πρέπει το νου σου να ’χεις!... Πάντα, τριγύρω, πρόθυμα θα καρτερούν Ποντίκια!...



(από τη συλλογή "Διαλογικοί Μονόλογοι", εκδ. Momentum, 2016)

Ευάγγελος Βαλσαμίδης: "Helas"

   Χ’

Καθημερινά στο συναίσθημα μόνιμη άμπωτη να δώσει γη σε όσους δεν χωρούνε. Αυτοί δεν φύτρωσαν στη γη να πιάσουν χώρο, από κάποιες μήτρες ξεκολλήσανε άθελα σε κρεβάτια, μετά σε κάσες, και κατόπιν κάτω απ’ τη γη που υπάρχει για όλους χώρος. Οι άλλοι τραγουδούν τα ελλείμματά τους ικανοποιημένοι από την τύχη τους. Αυτοί θα ζήσουν αυτοί θα θάψουν αυτοί θα εξαγοράσουν και θα στολίσουν το κιβούρι τους σε αιώνια δόξα της απώλειας γιατί κατείχαν γη στον πάνω κόσμο.

(απόσπασμα από τη συλλογή "Υπογλώσσια", εκδ. Γαβριηλίδης, 2017)

Λευτέρης Τσώνης: "Οι ανελέητοι της νύχτας"

Γάβγιζαν, γάβγιζαν, γάβγιζαν τόσο που θύμιζαν, μετενσάρκωση φανατικών οπαδών.
Γάβγιζαν, γάβγιζαν, γάβγιζαν όλη νύχτα, γάβγιζαν στο σκοτάδι, στον λύκο στον βοσκό, σε ό,τι αγαπούσαν.


(από τη συλλογή "Αλκοολόγιο", εκδ. Εκάτη, 2015)

Δημήτρης Ι. Μπρούχος: "Κατάδυση"

Πρέπει να κατεβώ μέχρι το μηδέν Να πήξω τη γλώσσα μου
Να λύσω το χορό των συμφώνων
Να λάβω το χρίσμα των φωνηέντων
Να ξεντυθώ το χιτώνα των Πρωτοπλάστων
Και ν’ ανοίξω τον κύκλο των εργασιών μου
Σκάβοντας βαθιά
Για τον Ουρανό.


(από τη συλλογή "Νουμηνία ή ανατολικά του Παντός", εκδ. Τα Τραμάκια, 1996)

Μαρία Ιωάννου: "Άτιτλο"

Μου φερνες δώρα χρηστικής αξίας Γιατί τα χρήματα έπρεπε να επενδυθούν σωστά Γιατί δεν είχαμε αρκετά Μα όταν γέμισε το δωμάτιο, το σπίτι, η ψυχή μου  χρησιμοποιημένες πετσέτες μπάνιου, ποτήρια και πιάτα παράταιρα Που πήρες απ' την τελευταία σου δουλειά Δώρο για μένα Άδειασα Βγήκα έξω Και έψαξα τη μυρωδιά Του γιασεμιού Που λαχταρούσα χρόνια


Εύη Κορώνη: "Γιατί δεν αγαπιόμαστε;"

Γιατί δεν αγαπιόμαστε; "Υπερβολή" θα πουν. Μα ούτε που μιλάμε μεταξύ μας.  Γιατί; Τι πλάκα που ’χουν τα κορμιά μας, μέσα στο εν κινήσει λεωφορείο.
Πέρα-δώθε, πέρα δώθε,
χορεύουνε τα κορμιά
σε ξέφρενους ρυθμούς
προσπαθώντας να κρατήσουν, τις ισορροπίες. Χιλιάδες σώματα. Στριμωγμένα. Σφιχταγκαλιασμένα, κάθε μέρα στο ίδιο τρένο. "Τι ρομαντικό;" Θα πω. Τα σώματα μας αγκαλιά. Τα μαλλιά μας μπερδεύονται, μαζί,
χέρια - πόδια,
όργιο κανονικό. Όμως γιατί δεν αγαπιόμαστε; Τόσοι άνθρωποι, μαζί περπατητές
των ίδιων δρόμων να προσπερνάμε 
έτσι, αδιάφορα  τις παράλληλες ζωές μας;


Ιωάννα Σκλαβενίτη: "Συμπόσιο εποχών"

Απόμαχος Ο κάθε δρόμος Σε φρυκτωρίας τον αντίλαλο Απολεπίζει Κύμβαλα Εν ονόματι Ακάνθινων στεφάνων. Διήλθα Βυσσινόκηπος Σε νυχτωδίες Όπου χωλαίνει ο λάρυγγας Σε ιλουστρασιόν θυρίδα. Μετρώ Τα δάχτυλα στα δώματα Του Άδη Όμως με ξεγελά Κοντέσας Απόγονος Σε περιπάτου το σκοτάδι. Παράδοξο συμπόσιο εποχών! Κι εγώ Κρανίου τόπος Απόφοιτος της λήθης Ακονίζω αβασκαντήρες, Φιλεύω Τα αποδημητικά πουλιά Μια στάλα Αλφάβητο. Αλιεύω, Στης πόλης τα σκεπάσματα Κρυστάλλινα ποτήρια Εικασίες μιας κλειδαρότρυπας Που σπαρταράει Σε πορφυρό πηγάδι. Σε μοδάτα μεθύσια Μεσημεριανός εφιάλτης Στύβει τα πνευμόνια, Ενός αλυσοδεμένου σκύλου. Το αίμα μυρίζει αγιόκλημα. Από ψηλά, Θαμποφέγγουν Παντοτινές αλήθειες Να ιππεύουν Έχιδνες αμπιγιέ. Αποσείω Της συντέλειας το αγκίστρι, Καλώ σε γεύμα Οιδίποδες Ρακένδυτους ήλιους Και καλοχτενισμένους λύκους. Φυσάει, φυσάει Στο πάρκο των εποχών! Ακούς αυτή την μουσική που έρχεται Ξυπόλητη από λαμπρό τραπέζι;

Γιώργος Χρονάς: "Το τραγούδι του τέλους"

Η ταξιθέτρια πάντα ξέρει
το τραγούδι του φινάλε
κι ενώ πέφτουν τα γράμματα
του τέλους στην οθόνη
ανοίγει διάπλατα τις πόρτες.
Η υπόθεση του έργου
οι πιο μεγάλες σκηνές
τα φαντάσματα του παρελθόντος
οι αλήθειες που συγκινούν
έχουν σβήσει.
Τα φώτα του δρόμου
τώρα δείχνουν το νέο έργο
κάτω στις πλατείες, στους άδειους κήπους.



(από τη συλλογή "Κατάστημα νεωτερισμών", εκδ. Οδός Πανός, 1997)

Ευτυχία Μισύρη: "Αλλιώς"

Αν είχα δυο πόδια μόνo θα ήταν όλα εύκολα. Θα ξυπνούσα, θα περπατούσα, θα καθόμουν, θα κοιμόμουν σαν όλοι οι άλλοι. Έχω όμως δυο μαζί μου κολλημένα στη λεκάνη μου, δυο κάτω από το κρεβάτι χωμένα στις μάλλινες κάλτσες μου, δυο στο σχοινί της ταράτσας πιασμένα με μανταλάκια να στεγνώνουν στον ήλιο κι άλλα δυο ζευγάρια να τρέχουν αντίθετα στους μονόδρομους. Τρέμει η ψυχή μου μην τα συνθλίψουν οι νταλίκες κι εμένα το πένθος.
Έτσι λοιπόν έχω τα μέλη μου. Άλλα τα χαϊδεύω και τους μιλώ κι άλλα τα γυρεύω στα χωράφια, στις εθνικές οδούς και στις σχάρες των υπονόμων μετά την καταιγίδα. Mη μου λείψει κάποιο και σωριαστώ όπου βρίσκομαι.  


(από τη συλλογή "Ταξίμια", εκδ. Πνοή, 2017)


[Σκίτσο της Μαρίας Κοκκίνη]