Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Χρήστος Σκιαδαρέσης: "Κρίνο αρχέγονο"

                                        

     

                                                                             (Ποίημα αφιερωμένο στις γυναίκες
                                                                             που μάχονται να εξαλείψουν τη βία
                                                                             που ασκείται απάνω τους,
                                                                             απ’ όπου αυτή κι αν εκπορεύεται.)


Γυναίκα.
Το λίκνο της ζωής.

 Μια αναθάλλουσα παπαρούνα σε καταπράσινο λιβάδι.

Μια νύχτα αστερόεσσα σε στολίζει.
Με ανεξίτηλα, σε στεφανώνει, χρυσαφιά χρώματα.

Φλόγα μετέωρη θυμίζεις. 
Σπίθα που ξοδεύεσαι σε κέρινες δάδες.

Είσαι ο έρωτας  των ερώτων.
Το πελώριο , καρπερό δέντρο  που κυοφορεί την αγάπη.

Μια μικρή Ζωοδόχος, μια ηλιαχτίδα ιώδης,
που βάφεις την Πλάση με τα δάκρυα της καρδιάς σου.

Γυναίκα εσύ, κρίνο αρχέγονο,
τίκτεις τον σπόρο της ζωής, τον ταξιδευτή ήχο της.

Εσύ τον ανασταίνεις.

Εσύ τον υψώνεις, ανάλαφρο πούπουλο,
πάνω απ’ τα φαράγγια και τις χαράδρες,
πάνω απ’ τις στέγες, ψηλά ως το Σέλας.

Μοσκοβολάς, γυναίκα, μια ασύλληπτη ομορφάδα,  
φτερουγίζεις σαν ευλύγιστη ακροβάτισσα
μέσα σε στροβίλους ανέμων.

Οι ηλιακές σου εκρήξεις δονούν το στερέωμα,
διχοτομούν τον θόλο.

Το ηχόχρωμά σου,
απόηχος των εγκάτων σου,
αναβλύζων λυγμός.

Οι παλίρροιές σου επτασφράγιστα κρυπτογράμματα.
Ταράζουν με κρότους ηδονικούς τον παλμό του χρόνου.
                 ........................ 

Μα ποιο άγουρο μελτέμι διασκορπίζει τα φυλλώματά σου;
Ποιος αντάρτης νοτιάς ξεκαρφιτσώνει τις ψευδαισθήσεις σου;

Αγκομαχάς, γυναίκα,
αργοσέρνεσαι πυρπολημένη
ανάμεσα στα αθέριστα στάχια σου.

Παραπεταμένη αστρόσκονη στ’ ανάκλιντρο της οδύνης.

Τα εγκαύματα του μυαλού σου
διαλαλούν το σάλο στα στήθη σου.

Οι κόμποι στο λαιμό σου
τα βαθουλώματα στις λαγόνες σου.

Ποια αστραπή σε διεμβολίζει, αλέκιαστη;
Ποιος χειμώνας απόμακρος σε παραστέκει;

Ποια αλμύρα ξέβαψε τα αστραφτερά σου μαλάματα;
Ποιος γόρδιος καημός σπάραξε
το θαλασσόδαρτό σου ξάρτι;

Τα συρίγματα θρυμματίζουν το αμφιπρόσωπό σου κάτοπτρο.

Οι πατημασιές ρημάζουν
-σπιθαμή προς σπιθαμή-
τα σχίνα και τις δεντροστοιχίες σου.

Κάποιος κακόβουλος, θαρρώ,
παίζει κρυφτούλι με τη ζήση σου.

Παραβιάζει μία προς μία
τις κερκόπορτες της απαντοχής σου.

Η πεθυμιά της ψυχής, όμως,
κρύβει βαθιά σου μια αδάμαστη δύναμη
και σου προσφέρει γερό απάγκιο
στης βαρυγκώμιας σου το απόβροχο. 

Κάθε αδούλωτη σκέψη
είναι της οργής σου ανατάραγμα.

Η ελπίδα που θερμαίνει
την άνυδρή σου ανάφλεξη.

Γυναίκα, μην καταμετράς τις μαύρες επετείους σου! Μη!
Όλο και κάποιος άθλος γεννιέται,
όποτε οι κάννες ευστοχούν!

Η οσμή των πληγών σου
σαν βόμβος τρελαίνει
τα βουλοκέρια μας.

Διαλύει σαν τον καπνό τις ηχομονωτικές μας πλάνες.

Το κορμί σου οροπέδιο φρίκης, διάσελο της ντροπής!

Αφτέρουγο πουλί, ξερόριζα, μαχαίρι που σφάζει!

Γυναίκα, γλυκιά αστροφεγγιά, μαλαματένια νύμφη,
μην σε τρομάζουν κλεισούρες και φρέατα!

Όση βουρκωμένη χλόη κι αν διαβείς,
στις λοφοπλαγιές σου μόνο ηλιοσυρμοί θα κουρνιάζουν!

Έτσι ολοπόρφυρη που ιριδίζεις πληγή,
σα φωτοστάλαγμα αιώνιο αναρριχάσαι,
σαν αδικαίωτη, ανάλαγη οργή,

που θέλεις να ξεσπάσεις, μα φοβάσαι.



Σχόλια

Δημοφιλή ποιήματα του μήνα