Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Ιανουάριος, 2018

Βασίλης Λεβαντίδης: "Aκυβέρνητη νοσταλγία"

Στη γραμμή του ορίζοντα δραπετεύω απ΄το εμπόριο ονείρων τις αλήθειες σε περιδίνηση, τους μύχιους του βίου φραγμούς των Μάγων της σιωπής.
Στο δρόμο προς την ελευθερία η άλλη πλευρά υπομονετικά υποδέχεται τη λαχτάρα μου…
Το αφήγημα της ελπίδας θρυλικά ανατρέπει το μαύρο παρελθόν.
Το παλιό υποδέχεται το νέο νομοτελειακά… 


Κώστας Βασιλειάδης: "Ανάσα"

Μια φυσαλίδα σκάει και γεννά τον κόσμο, κι ο κόσμος πνίγεται σαν δύτης κι η τελευταία του ανάσα: μια φυσαλίδα!


(από τη συλλογή "Ποιήματα", εκδ. Όστρια, 2017)


Κώστας Μοναστήρας: "Φέρων οργανισμός"

Το χειμωνιάτικο σώμα σου/ ακατοίκητο εδώ και καιρό. Οι ρωγμές του προσώπου κατάκοιτες/ τα χέρια που πάλλονταν/ τώρα ακίνητα στέκουν. Τα πόδια σου δεν αντέχουν/ το βάρος/ του φέροντος οργανισμού. Και κείνο το "ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ"/ που 'χες κολλήσει στο κούτελο/ -της ρημαγμένης πρόσοψης- διόλου δελεαστικό/ δεν φάνηκε/ στη νεαρή άνοιξη/ που ζήτησες να σε κατοικήσει/ -όσο χαμηλή κι αν ήταν η τιμή σου. Ζήτησε να γίνουν/ οι αναγκαίες επισκευές/ και συ δεν μπόραγες... να δείξεις την ανεμώνη/ που χάλαγε τον κόσμο σου/ με τα πέταλά της/ ριζωμένη στις σκέψεις σου/ αλλά ούτε εκείνη την είδε/ τόσο βαθιά/ που την είχες κρυμμένη...

Κώστας Δεσποινιάδης: "Δεν αξίζουν τον χαμό μας τα εγκόσμια"

θρήνος και κοπετός στους τέσσερις ανέμους διασκορπισμένα δάκρυα πληγές του σώματος
για ποιον, για τι για λίγο φως
στα έγκατα της ύπαρξης
απεγνωσμένοι ήρθαμε απεγνωσμένοι πάμε
τα μάτια σου, τα μάτια σου μην μου τα ξανακλείσεις


(από τη συλλογή "Ζέλμπα", εκδ. Πανοπτικόν, 2017)


Χρήστος Θ. Παπαγεωργίου: "Οι εγγράψιμοι"

Μπορούμε κάποια πολύγωνα (εγγράψιμα τα αποκαλούν οι ειδικοί) να τα κλείσουμε σε κύκλο.
Θα απορείτε βέβαια με την αναφορά μου σε αυτά.
Δεν είναι βλέπετε το θέμα πρόσφορο για συζήτηση.
Υπάρχουν όμως τόσο πολλοί εγγράψιμοι άνθρωποι που σε πνίγουν με την ασφυξία τους.


Γιώργος Δάγλας: "Η πλάνη του χρόνου"

Αυτή η πλάνη του αιωνίου έφηβου και η πεισματική μου άρνηση να συνεργαστώ με τον χρόνο και τις "αρχές" με έφτασαν. να γυρνώ, ρέμπελος και άπατρις τακτοποιώντας τσαλακωμένα χαρτιά με ακατανόητα λόγια, κατηφορίζοντας τους ίδιους δρόμους, συναντώντας τα ίδια άγνωστα βλέμματα, τις ίδιες θλιμμένες προθήκες την ίδια παρέα που γλεντάει από τότε, την ίδια διαδήλωση που δεν τελείωσε πότε, τα ίδια χαμόγελα χαρούμενων κοριτσιών. Μα το απόγευμα αυτό ήρθε από κάπου αλλού. Το είδα από μακριά και το γνώρισα σαν μια άγνωστη που σου έμοιαζε και την ακολούθησα σε μια μάταιη ελπίδα. Κάποτε πίστευα, πως θα έγραφα ένα ποίημα καλύτερο από την "Λευκοθέα", κι αυτή θα γυρνούσε ξαφνικά, θα μου έβαζε μια ηλιόπετρα στο χέρι, και θα μου έλεγε, "Πάλι άργησες. Σε συγχωρώ. Πάμε"


(από τη συλλογή "Η πλάνη του χρόνου", εκδ. Κύμα, 2017)

Γιάννης Πατίλης: "Περσεφόνη"

Να γινόταν να χαθώ Καθώς χάνονται όλοι όσοι μαζεύουνε λουλούδια Έτσι συλλογιζότανε καθώς Περνούσε τα φανάρια της Ομόνοιας Για να κατέβει Όχι στον Άδη (ακόμη) Αλλά στις σκάλες τις ακίνητες της Ομονοίας Της Άνοιξης ένας κόκκος να γινόμουν Που καταδέχτηκε Ως και τις σκονισμένες τέντες της Κεραμεικού Έλεγε καθώς έπαιρνε Από τη νέα κοπέλα μια προκήρυξη Που φώναζε τους εργαζόμενους στο ύφασμα Σε μια ακόμη εικοσιτετράωρη απεργία Να ’χα εικοσιτέσσερεις ώρες Απόλυτης ζωής Χαϊδεύοντας τον σφριγηλό μαστό Τούτης της μέρας Που με ουράνια βία κατασκήνωσε Στα μάτια Σκεφτόταν καθώς πέρναγε σκυφτός Πλάι στη φλογέρα Που συνόδευε το κασετόφωνο Ενός τυφλού στολισμένου με λαχεία Αν είχα λίγη τύχη ένα φως Από αυτό πού κατοικεί μέσα στο άλλο Καθώς τώρα τις σκάλες παίρνω Για τ’ απάνω Παιδί παρθένο πάλι να χαθώ Καθώς χαθήκαν όλοι όσοι μαζεύανε λουλούδια Και μια φορά ακόμη να βρεθώ Πάνω στο χώμα.

Μακάριος Σιγάλας: "Τα αρώματα μιας μοναξιάς"

Σαράκι αρρωστημένο αυτό το κάτι που μέσα μου σαπίζει, πληγές αλατισμένες, φιλέματα δίχως έλεος οι εμπειρίες που μου χάρισαν τα μάτια της θλίψης. Αναστολές τυραννικά ρημάζουν, την πονεμένη μου, από την κοσμική ηθική, φαντασία, θανατερές καταδύσεις σε σπασμένες εικόνες και στα γυμνά μου κόκαλα. Άδειο το φιλί, μια ύποπτη προσέγγιση πικρόχαρη και μια προσπάθεια μουγκή. Πως να υποτάξεις της έξαψης την αλλοφροσύνη σε φτιασιδωμένα όνειρα; Επαληθεύεται ο όλεθρος και μένεις μόνος, μες τα ημίμετρα, να κυλιέσαι από μοναξιά σε μοναξιά, να τρέμεις με μιαν αθέατη απόγνωση, για την ανταπόκριση που κρεμάστηκε στο χάρτινο ταβάνι του κουκλόσπιτου. Μένεις να καταριέσαι όσους χάθηκαν νωρίς, πριν την ώρα του κατακλυσμού, συντετριμμένος και εξουθενωμένος αγύρτης. Έκτισες καημένε, του παραδείσου σου τις θύρες , σφραγισμένες και όσοι δεν γνώρισαν του πυρετού,  την ασφυχτική τρυφερότητα, δεν μπόρεσαν να μπουν και έμειναν να περιδιαβαίνουν στης κόλασης σου τα καλντερίμια τα αχειροποίητα.   Ξερίζωσε ο καιρός το πνεύμα μου και πάλι το ρίζ…

Μιχάλης Βάκρινος: "Νοθεία"

Στέκω ανέκφραστος ακόμη ένα ξύπνημα δειλό μετά την τελευταία απόπειρα ζωής. Έβλεπα ψέματα όλη νύχτα (έτσι ονομάζω εγώ τα όνειρα). Λυγισμένες ακτίνες του ήλιου Με νερό στο πρόσωπο δεν ξεπλένεις τη θλίψη, δεν κρατά πολύ τούτη η δροσιά Μα τι τα θες; Εγώ ίδια γέννα από μήτρα που γεννάει λησμονιά Ένα μυαλό θαμπό, που στην καρδιά χρωστά τόσες στερήσεις Μέσω αυτού πορεύτηκα για χρόνια περιστρεφόμενος στο ίδιο σημείο Ονόμασε το είτε μηδέν είτε σκοτάδι και ας μην ακούω πια καμιά συμβουλή Βλέπεις το ξέρω πως νοθεύοντας χαμόγελα δεν φτιάχνεις ευτυχία

Παvαγιώτης Δαμκαλής: "Bρεμένη σαvίδα ποίηση"

ποιον να πιάσω ποιον ν’ αφήσω μονάδες μέτρησης όλου του χρόνου σπασμένοι λεπτοδείκτες στη δροσιά αγκαλιασμένων πεύκων
τέλος κι αρχή στο έσχατο του κύκλου σημείο άνοιγμα μαζί αυλαίας και θανατική ποινή αν είχα τα μάτια μου ανοιχτά θα λαμπύριζαν τα στάχυα και άσπρες πεταλούδες θα ’βγαζα απ’ τα μανίκια
χαμσουνικός ο κόμπος στο στομάχι λάθος δρόμος – λέει στραβός είν’ ο γιαλός – λέω και ξερνάω μουγκά γέλια μάλλον έχω πνιγεί ή το ρέμα στέρεψε χάσκει στο άκουσμά μου η σιωπή ανήξερων αμνών
ποιητής αν θέλεις να ’σαι κόψε το κακό το θέατρο ξήλωσε τα σανίδια και το σάπιο χειροκρότημα άνθρωπος από κάτω πρωταγωνιστής


Βάλια Τσάιτα-Τσιλιμένη: "Βροχή"

Βρέχει σήμερα απ' το πρωί· βρέχει
υποσχέσεις στις παλάμες του κόσμου
κι όλοι τρίβουν τα χέρια τους με μανία
Βρέχει ουρανό στη θάλασσα, στάχυα στην άμμο
Παιχνίδια παιδικά στις καμινάδες των σπιτιών
και υπομονή στον ύπνο των μεγάλων
Βρέχει αέρα στην πλώρη των καραβιών, βρέχει τραγούδια
στα χείλη των εφήβων με τα διπλωμένα χέρια
και τα σκισμένα παντελόνια
Βρέχει σπίθες φωτιάς στης μνήμης τα κενά
κι αλάτι στις πληγές των δρόμων
Στριγγλίζουν τα φανάρια στις διαβάσεις
Βρέχει ηλιαχτίδες στους ώμους των κοριτσιών
και αυτοκινήτων αναρτήσεις στα μπαλκόνια
Τεντώνονται οι προσόψεις των σπιτιών κι οι ώρες
Βρέχει θάνατο στις σκονισμένες γωνίες των νοσοκομείων
και ουρές πλατιές στα τρένα και στα λεωφορεία
Σπρώχνουν ο ένας τον άλλον μη χάσουν την πορεία
Βρέχει και χοντρές ψιχάλες στα τζάμια των μαγαζιών
και στα παγκάκια. Μουλιάζει η γη, το χώμα,
να 'ναι ελαφρύ το πέρασμα του φετινού χειμώνα

(από τη συλλογή "Άγρια χόρτα", εκδ. Κίχλη, 2017)



Λευτέρης Τσώνης: "Σκηνή 5η"

Προσπαθεί να γίνει νωρίς το πρωί.
Τίποτα το σταθερό.
Είσαι γυμνή,
όλη την ώρα αλλάζεις.
(Ξέρω πως) δεν κοιμάσαι.
Κοιτάζω έξω κι είσαι εκεί.
Ξαπλώνω.
Δεν σε χάνω.
Μηδέν.
Δεν σε χάνω,
παραπατώ κρυφά.
"Σχεδόν" απλά μετακινήθηκα.


 (από τη συλλογή "Αλκοολόγιο", εκδ. Εκάτη, 2015)


Αγγελική Σιδηρά: "Πως έμαθε να κλαίει"

Κάποτε η σκιά μου δεν ήξερε ούτε να γελάει ούτε να πονά. Μ’ ακολουθούσε μόνο αφόρητα πιστή. Διψούσα κι έπινε νερό. Νύσταζα και κοιμόταν. Δεν σ’ αγαπούσε αλλά σ’ αγκάλιαζε παράφορα. Στον τοίχο της κρεβατοκάμαρας οι δυο μαζί με τη δική σου τη σκιά πώς μπερδευόσαστε σ’ ένα θεόρατο κουβάρι σκοτεινό που άλλαζε σχήματα διαρκώς ώσπου ησύχαζε. Ξάφνου κοβότανε στα δύο και ξανά… ωσότου κάποτε στον τοίχο έμεινε μόνη η δική μου η σκιά μόνη για πάντα. Και τότε ήτανε που έμαθε πώς να κλαίει.


Κυριάκος Ευθυμίου: "Βροχή"

Νύστα με τους εφιάλτες στο μαξιλάρι ξυλοκρέβατο βράδυ των τσακισμένων.
Αχνοτρέμει απ’ την ντροπή της η ψυχή στο ψυχοσάββατο σώμα της γεροντοκόρη.
Κύμα ανέμου δροσισμένο φέρε μου βροχή βροχή.
Το φως ας καεί.

(από τη συλλογή "Κυρτός αλατοπώλης", εκδ. Εντευκτηρίου, 2015)

Άγγελος Καλογερόπουλος: "Ταφή"

Οι καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα Κι έρχονταν νεαροὶ με μηχανὲς και με στεφάνια
Tο πρωὶ πετούσαν λευκὲς πεταλούδες Στην πόλη χιόνιζε Απ’ τη μεριὰ της θάλασσας ανέβαιναν αχνὲς οπτασίες Στις άκρες των βράχων προχωρούσαν άγγελοι – φαίνονταν κάτι μαύρες σκιὲς με δεκανίκια και ραβδιά. Ανάμεσά τους ο ουρανὸς και πάει λέγοντας.
Ώσπου έγινε θόρυβος σε μια στιγμὴ Το χώμα έπεφτε στο παγωμένο σώμα σα βροχὴ Κι έβλεπα μόνο τα μαλλιά της. Μες στα χαλάσματα του κάστρου Κρυμμένος στις πηγὲς των ποταμών Μάζευε ο βοσκὸς τα γιδοπρόβατα στη στάνη.


Τασούλα Καραγεωργίου: "Η χελώνα του Κεραμεικού"

Ίσως φανείτε τυχεροί, όπως κι εγώ, εάν βρεθείτε Απρίλη μήνα στον Κεραμεικό, ίσως τη δείτε ξαφνικά να σέρνεται λικνιστικά μες στα χλωρά τριφύλλια
Κι αν γύρω σας ακινητούν οι επιτύμβιας στήλες κι έφιππος ο Δεξίλεως γλεντάει τον θάνατό του, ακόμα κι αν σας συγκινεί μονάχα η τέχνη της σιωπής, δώσετε λίγη προσοχή στο θαύμα που ζωγράφισε ὁ Θεός πάνω στο καύκαλό της, μα πιο πολύ, στο πείσμα της αδιάφορη να οδεύει προς τους τάφους.
(Χελώνη η ελληνική, πατρίδα μου, βραδύ γλυπτό, που προσπερνάει τον Άδη.)


Γιώργος Μπλάνας: "Άστεγος 2013"

Η αλήθεια είναι πως σκοτώνει αρκούδα αυτό το κρύο κι η Σταδίου κατεβάζει φαρμάκι, αλλά θα βγει το βράδυ: θα έρθουν τα σκυλιά. Έχω ψαρέψει από τον κάδο στην Ομήρου δύο χάμπουργκερ μισά, θα τα φάνε, θα ζαρώσουν εδώ δίπλα, θα ζεσταθούν, θα ζεσταθώ. Ε, όχι να πεθάνω από την αθλιότητά τους πριν πεθάνω από το κρύο! Ας πάνε σπίτια τους, ας τσακωθούν με τις γυναίκες τους για τα παιδιά και με τα παιδιά για το σχολείο, ας δουν στην τηλεόραση να τους βρίζουν, ας φάνε μέχρι σκασμού, ας χαμηλώσουν την θέρμανση πριν πάνε στο κρεβάτι κι ας πεθάνουν από βλακεία πριν πεθάνουν από τη ζέστη. Εγώ θα είμαι εδώ και θα ονειρεύομαι τις απογευματινές εφημερίδες: Υπουργός πέθανε από τη ζέστη, εν μέσω πολικού ψύχους!
Ε, πως! Αυτό το κρύο είναι δικό μου, περάσαμε πολλά μαζί. Δεν με πειράζει.


Ελένη Κεφάλα: "Η σκιά στη γραμμή"

έτσι ξαφνικά, όπως το βουη- τό της μοτοσυκλέτας που τρέ- χει με ιλιγγιώδη ταχύτητα, όπως την αστραπή στον βρα- δινό ουρανό, όπως ένα τρα- γούδι που ξανακούς μετά από χρόνια στο ραδιόφωνο. Έτσι ξαφνικά, μετά από χρόνια, σ’ ένα αστραπιαίο, ιλιγγιώδες βουητό θ' αντικρίσεις το πιο αναπάντητο απ’ τα ερωτήμα- τά σου. Και τότε θα ξέρεις

(από τη συλλογή "Χρονορραφία", εκδ. Νεφέλη, 2013)


Ηρώ Νικοπούλου: "Πολυετής χηρεία"

Φουσκώνει ανάλαφρα τη νύχτα το σεντόνι στην αδειασμένη θέση της κι αυτός πλάι του πολύ προσέχει δεν μετατοπίζεται χέρι δεν απλώνει δαγκώνει δίπλα του είκοσι χρόνια το κενό
κάθε βράδυ μονάχος πλέει πάνω του δεμένος σε μονό κανό και περιμένει ώσπου να ξημερώσει το διπλό κρεβάτι του τον απειλεί μέσα στην νάρκη του μη κατά λάθος πέσει στην άδεια θέση
Για μεγαλύτερη ασφάλεια πέταξε το διπλό τους πάπλωμα κουβέρτα μονή αγόρασε εφηβική Τώρα πια στα ογδόντα του μ’ αυτήν σκεπάζεται κι αναστενάζει μέσα στον ύπνο του ελαφρά από αόρατη θανάτου κλινοπάλη.


Κλεοπάτρα Μακρίδου: "Για τους ποιητές"

Θαμμένοι βαθιά 
μες στους κρατήρες του ονείρου
αποσυνάγωγοι
έχουν τα όνειρα να μηρυκάζουν
στα υπόγεια στρώματα 
κάτω από τα λασπωμένα βέλη των Γραμματέων 
και τις ατέλειωτες συζητήσεις των Φαρισαίων στις Συναγωγές 
τους χαρακτηρισμούς 
τις δηλώσεις 
τις καταχρήσεις του λόγου 
σε ότι αντιβαίνει στο political correct 
ενώ η θάλασσα ξεβράζει ακόμη τα κουφάρια 
των λησμονημένων μας παιδιών.
Κι όμως τρέμουν για το κομμάτι της ζωής
που τους χαρίστηκε
γνωρίζοντας πως δεν πληρούν τις προδιαγραφές
της Σατραπείας
των απαιτήσεων συμμόρφωσης
με το ενδεδειγμένο μέτρο.
Στενάζουν στο αδιάκοπο σφυροκόπημα
του πυρακτωμένου σιδήρου των εκτελεστικών οργάνων
και επιμένουν να ντύνονται την ψυχή τους
για να σώσουν τουλάχιστον αυτήν της Ποίησης!

(από τη συλλογή "Φωνή Οιδίποδη", 2015)



Ελένη Βαρθάλη: "Στίχε"

Στίχε, λυτρωτικό καταφύγιο απόσταγμα βασανιστικού μόχθου
με σώμα σφριγηλό και ακόρεστα μάτια
σφυρηλατημένη αποτύπωση της ψυχής
εμφορούμενη από άχρονη μνήμη.
Στίχε μετριοπαθή και κομπορρήμων
ουτοπικέ και δύστοπε
εσύ που ξέρεις πότε μονοιάζουν και πότε φιλονικούν οι λέξεις
είσαι το πάθος που θα μερώσει στο ζύγισμα
εσύ που την αμεριμνησία αγάπησες
την άγνωστή σου φίλη
κρατώντας την καθαρότητα στα παιδικά σου μάτια.
Στίχε ως πότε θα σε λοιδορούν οι λεξηκτόνοι
εσύ που υπερίπτασαι του χαμού σου
αξιώνοντας το φως
εσύ που κυνήγησες άγρια τον θεό
με εμμανή προσήλωση
θυμήσου
όσοι το ελεύθερο πνεύμα σου φοβήθηκαν
λιγότερο από τον θάνατο
μην γυρίσει το μάτι του επάνω τους ο Πανόπτης
να σωθούν δεν θα προλάβουν.
Στίχε, όταν θα σέρνεις τα πόδια σου
κάτω από το βάρος των πραγμάτων
να θυμάσαι
είσαι η φτερούγα της θνητής μου υπόστασης
η πλήρωση του ανικανοποίητου ανάμεσα στα χάσματα
σκορπίζοντας μια χούφτα ασημόσκονη στα μαλλιά της αιωνιότητας.

Γιώργος Γκανέλης: "Στην εκτύπωση"

Ακούω τελευταία για ύψη
που βούτηξαν στο κενό
μετά κοιμούνται ήσυχα
στα παγκάκια του πάρκου
Σε χρόνια σακατεμένα
το να τη γλιτώνεις μόνο
με κάνα δυο γρατζουνιές
δεν είναι και τόσο τυχαίο
Προϋποθέτει φαντασία
ωστόσο στην εκτύπωση
θα γεμίσουν με αίματα
οι σελίδες του βιβλίου

Γιάννης Σγουρούδης: "Νυκτερινό"

αντιλαμβάνομαι την νύχτα ως το ισχυρό χαρτί των ποιητών κάθε βήμα έχει τον αντίκτυπο
που του δίνεις μύρισε λίγο το άγριο ρόδι
που ανθίζει στα χέρια δες στον ουρανό το παράξενο άστρο
που λάμπει επίμονα τι κι αν δεν δόθηκε η εξήγηση
πως τόση ζωή την καλύψαμε στο μαύρο
εκείνο το μέρος που αναζητήσαμε
υπάρχει δεν μένει παρά μόνο
να ακολουθήσεις
την επίμονη λάμψη