Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αντώνης Φωστιέρης: "Υπερμνήμων λήθη"



Πλησίαζα στα χείλη της αβύσσου.

Ψέματα.
Ακόμα τώρα ψέματα;
Ήμουνα μες το φάρυγγά της
Ήδη
Ο μισός.
Και με κατάπινε.

Καταγδαρμένο με τράβηξαν έξω.

Μόλις ξανάπιασα μολύβι, πίστευα
(φοβόμουν μήπως; ή ήλπιζα;)
Πως θα πότιζαν αίμα τα χαρτιά.
Αίμα
Σκοτάδι
Και αυτή
Την άφατη σοφία (σαν να ’τανε του
Μίδα το χρυσάφι) αφήνει πάνω σου
Η κρύα χειραψία με το
Μηδέν.
Μια υπόκωφη σιωπή απ’ τα έγκατα
Θα σκέπαζε όλες τις φωνές
Τις πυρωμένες σκέψεις
Τα έμμονα αισθήματα
Τα θορυβώδη κύμβαλα
Των λέξεων.

Έτσι πίστευα.

Όμως, εντέλει, όχι.
Σαν να μην έγινε ποτέ –
Σαν να μην ήταν άβυσσος
Σαν να μην στοίχισε σταγόνα αίμα
Υπερμνήμων λήθη που όρμησε
Σφούγγισε αμίλητη
Από παντού
Και τα ελάχιστα ίχνη.
Ώστε λοιπόν
Τόσο κοντό είναι το μολύβι, που η μύτη του
Ίσα που φτάνει ν’ ακουμπάει μαυρίζοντας
Την κρούστα
Ενός χαρτιού;

Ή μήπως πάλι, σκέφτομαι,
Πάει απρόβλεπτα βαθιά
Τόσο βαθιά
Ως την άβυσσο
-Την άλλη εκείνη άβυσσο,
Των αιωνίων πραγμάτων-
Και συναντάει εκεί
Τις ίδιες πάντα πυρωμένες σκέψεις
Τα έμμονα αισθήματα
Τα ερεβώδη σύμβολα
Μιας μητρικής
Ακατανόητης γλώσσας;

Τι να πιστέψω.



(από τη συλλογή "Τοπία του Τίποτα", εκδ. Καστανιώτη, 2013)


Σχόλια

Δημοφιλή ποιήματα του μήνα