Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Φεβρουάριος, 2018

Ηλίας Κεφάλας: "Η λεύκα"

Η λεύκα γέρνει κάτω να πεθάνει μες στις αόρατες σπαθιές του ανέμου που κατεβαίνει απ’ τις πλαγιές του Αίμου μέσα στο σύννεφο με το μελάνι που βάφει μαύρη τ’ ουρανού την άκρη κι αρχίζει η θύελλα να με ραπίζει εμένα και τη λεύκα που θροΐζει κι οι δυο ραγίζουμε στο ίδιο δάκρυ Ξέρουμε όλα θα πεθάνουν κάπου σ’ ένα φθινόπωρο αποσταμένο μα εμένα η άνοιξη μ’ έχει πνιγμένο μέσα στα φύλλα που θρηνούν του κάκου και πέφτουν ασταμάτητα κομμένα στο ρείθρο που καλεί κλεφτά κι εμένα


(από τη συλλογή "Λόγος για την αβεβαιότητα", εκδ. Αρμός, 1997)


Παυλίνα Παμπούδη: "Έγχρωμη. Οι παίκτες ξαφνιασμέvοι, με κόκκινα μάτια σαν κουνέλι. (Trapola σημαίνει παγίδα)"

Πώς βρέθηκα εδώ; Εκ μέρους κάποιου. Κάποιου προγόνου μάλλον. Θαρρώ, εγώ δεν ήθελα να παίξω. Δεν θυμάμαι. Τέλος πάντων. Καλά. Φαίνεται Ένα απλό παιχνίδι με χαρτιά. Όμως, Δεν είναι πάντα αυτό που φαίνεται. Συχνά, τα ξημερώματα, Αόρατοι μες στους καπνούς συμπαίκτες Θεοί, Κατάδικοι κι αυτοί στη δύναμή τους, Άλλα χαρτιά ανακατεύουν. Ανακατεύουν, κόβουν και μοιράζουν Στον πάνω κόσμο Τις εικόνες μου και τους καθρέφτες μου Σε στάσεις και χορούς. Μες στους καπνούς, Ανακατεύουν, κόβουν και μοιράζουν Άλλα χαρτιά.
Με κλέβουν,
Εμένα, τον αδικαιολόγητα θνητό.


Αντώνης Ζέρβας: "Έτσι ήταν πάντα;"

Τι ευδαιμονία τότε που μάθαινα τις λέξεις! Τι δημιουργικὴ πνοὴ και τι ελπίδα που ᾽μουν στον κόσμο για τις λέξεις!
Θαύμα οι λέξεις και ο κόσμος που ξάνοιγαν οι λέξεις!
 Σαράντα χρόνια ύστερα,  οι λέξεις το θαύμα και ο κόσμος:  ανία, εφιάλτης, άπνοια.


(από τη συλλογή "Μερικὰ μερικά", εκδ. Ίνδικτος, 2010)


Κυριακή Αν. Λυμπέρη: "Η καρδιά του ποιητή"

Έχει στης μέρας το χαμόγελο στηρίξει
μία χελιδονοφωλιά του νου
όλη μέρα τιτιβίζει τις ευχές της,
διακονία κανονική στο αόρατο.
Έχει στα στήθη του ανάψει μια φωτιά,
φως τίμιο να γδέρνει μ’ αστραπές,
να καυτηριάζει σπλάχνα μ’ επιμέλεια
στον ύπνο τους.
Έχει στο σώμα του σημάδια από φιλιά,
νυχτερινές ερώτων μαρτυρίες,
χέρια πλεγμένα αγαπητικά
και άλλα δάχτυλα που κεντούν
σταυροβελονιά το ανέφικτο.
Στους ορίζοντες πετάει σχοινιά
να θηλυκώσει τα τέσσερα σημεία.
Και έχει ανθώνες για τη γη φυλάξει
και φυλλαράκια αρωματικά βασιλικού
διαμελισμένη από στοργή
θα συναντήσετε την καρδιά του
στους δρόμους των ηπείρων να κυλάει,
μπάλα στα πόδια των παιδιών.

(από τη συλλογή "Ζητήματα ύψους", εκδ. Τυπωθήτω, 2015)




Χάρης Μελιτάς: "Υπέρβαση"

Κάποτε έγραψε ένα μεγάλο ποίημα.
Βραβεύσεις, δημοσιεύσεις
συνεντεύξεις και τα τοιαύτα.
Έκτοτε σώπασε οριστικά.
Μάταια πάσχιζε νύχτες ατέλειωτες
να ξεπεράσει μια φορά τον εαυτό του.
Στο τέλος, βέβαια, παρέδωσε τα όπλα.
Βγήκε στους δρόμους σφυρίζοντας.
Τουλάχιστον δεν φοβόταν τον θάνατο.
Είχε πεθάνει εδώ κι ένα ποίημα.


(από τη συλλογή "Η Διαθήκη", εκδ. Μανδραγόρας, 2013)

Γλυκερία Μπασδέκη: "Δέκατος ένατος αιώνας"

βγάλε τις μπότες σου μαμζέλ - δεν ξέρω πού περπάτησες τι κουβαλούν οι σόλες σου ποιά διάολο είσαι
(με λένε Έμιλυ,μένω από κάτω ποιήματα συνέχεια γράφω
από το σπίτι μου ποτέ δε βγαίνω για πρόβα στη μοδίστρα δεν πηγαίνω)
Έμιλυ - σαν τη σκύλα μου - μπες μέσα μούγκρισε
με δυο αιώνες καθυστέρηση


(από τη συλλογή "Η Θεόδωρος Κολοκοτρώνης", εκδ. Bibliotheque, 2016)

Ανέστης Μελιδώνης: "Περπάτημα"

Κάθε λεπτό δημιουργείς θάνατο Καθρέφτισέ τον στη ζωή Μα μην ξεχάσεις να κρατήσεις Τη δεύτερη στα χέρια Κι άσε τον μεγάλο ψυχοθήρα Να σβήνει τις πατημασιές σου.

(από τη συλλογή "Αστέρια από χαρτί", εκδ. Γαβριηλίδης, 2010)

Ζαχαρίας Στουφής: "Μέτρια έκδοση"

Ήταν δύσκολα χρόνια εκείνα, οι εκδότες και τα βιβλιοπωλεία εξαπατούσαν τους ποιητές. Τα λιγοστά μου φυλλάδια εκτύπωσα αυτοχειρί. Δεν ασχολούμαι πια. Αλλά εσείς που σκέφτεστε να τυπώσετε κάτι, με όποιο τρόπο κι αν το κάνετε, δώστε μεγάλη προσοχή στα υλικά. Ακόμα και στο πιο μικρό φυλλάδιο ποιημάτων πρέπει να χρησιμοποιήσετε μελάνι πλουτωνίου χαρτί εμπλουτισμένου ουρανίου και φυσικά εξώφυλλο υδρογόνου. Στη συνέχεια ρυθμίσετε προσεκτικά την έκδοσή σας, οπότε, αν μείνει λίγο αδιάβαστη στον πόνο, να αντιδρά τινάζοντας την πόλη στον αέρα.


(από τη συλλογή "Η ταξιθέτρια Του Χάους", εκδ. Κάποτε, 2014)

Γιάννης Στεφανάκις: "Μέτρο ακριβό"

Είναι στιγμές που οι λέξεις χαμένες στη μνήμη αρνούνται κουβάρι πλεγμένες στου χρόνου το βάθος να δουν να πουν και να γράψουν
κι είναι ίσως η μόνη στιγμή σύμμαχος της σιωπής μέτρο ακριβό στα χέρια σου ποιητή


(από τη συλλογή "Πρόσφυγας Θεός και άλλα ποιήματα", εκδ. Γαβριηλίδης, 2014)


Λίνα Φυτιλή: "Welcome to Greece"

Κρίμα που έσβησε το ωραίο νησί πίσω από Ελενίτ παράγκες την ώρα που περιμέναμε κάτι να συμβεί.
Δεν ήταν για τα δόντια μας τόσος θάνατος
στη ντάπια υπήρχανε παιδιά,
ούτε τα μαχαίρια η λύση,
(όπως) και κάθε βέλος που μπήγεται βαθιά
δεν είναι Ιλιάδα.


(από τη συλλογή "Μυθική μέρα",  εκδ. Ενδυμίων, 2014)


Πατρίτσια Aϊβαλή: "Φωvές"

Βγήκα νύχτα στο μπαλκόνι να κάνω τσιγάρο. Είχε δροσιά και φόρεσα ζακέτα από τις απλωμένες στο σκοινί που ισορροπούσε στο πουθενά. Πουλιά πέταγαν σε άψογο σχηματισμό στο φεγγαρόφωτο.


Τζούτζη Μαντζουράνη: "Το μολύβι μου"

Χαϊδεύω το μολύβι μου, ν’ αρχίσει να γράφει. Κι εκείνο, με πείσμα μουτζουρώνει το χαρτί χωρίς νόημα. Δεν με θέλει απόψε παρέα του. Μόνο του νιώθει την ανάγκη να μείνει. Μα, μήπως κι εγώ, πόσες φορές δεν το πέταξα κατάχαμα αφήνοντας τις λέξεις να χορεύουν μόνες στο μυαλό μου. Χαϊδεύω το μολύβι μου, μα, εκείνο μ’ αποφεύγει... Μόνοι μας θα κοιμηθούμε ο καθένας μας απόψε...


(από τη συλλογή "29 ολονυκτίες ενός δίσεκτου Φεβρουάριου", εκδ. Φίλντισι, 2016)

Εύα Σταματοπούλου: "Χους"

Χωματογεννημένη και
Χωματόπλαστη
Ψάχνω να ισορροπήσω απάνω στη Μάνα Γη
Καθώς το βλέμμα μου
Με θέρμη τους ουρανούς λατρεύει
Κι εγώ στρέφω τη ματιά μου
Προς τα πάνω
Προς τα μέσα
Μα αρνούμαι
Να την αφήσω να φωλιάσει
Στο χωμάτινό μου καταφύγιο για πολύ
Γέρνει η ζυγαριά μια προς το χώμα
Και μια προς το Άυλο
Απορία μου δυνάστρια:
Ποια η θέση μου στον κόσμο
Των ελάχιστων Τροφών
Με μιαν άψυχη παλάντζα;


(από τη συλλογή "Της ψυχής μου αναλλοίωτο φως")


Νίκος Μπελιάς: "Επιβίωση"

Με την πείνα να τρέχει τορπίλη στο στομάχι αλέσαμε τις ώρες, μαγειρέψαμε το χρόνο. Να χορτάσουμε. Είχαμε ζωή να ζήσουμε.


(από τη συλλογή "Η ψυχή ιδρώνει", εκδ. Ιωλκός, 2017)


Μαρία Τζανάκου: "Σκιά στο ποτάμι σου"

Δώσε μου ένα θαύμα
Ώστε να υποκριθώ κάτι…
Ίσως μπορέσω να σβήσω τον πόνο σου
-πιθανώς και να κρύψω τις νεκρές σου προσδοκίες
σε έναν βαθύ ωκεανό…-
Σου υπόσχομαι, θα είμαι το χαμόγελο στις βαρετές σου μέρες
Άλλα έχε κατά νου…..
Δεν είμαι φίλος σου
Απλά μια σκιά στο ποτάμι σου


(από τη συλλογή "Τηλαυγή Ψηφία", εκδ. Νοών, 2017)


Σταυρούλα Γάτσου: "Ξύπνημα"

H πρώτη σου σκέψη πίσω από τα κλειστά τα βλέφαρα, "κάτι από σένα", έρχεται,
Kι όλα πάντοτε συμβαίνουν, επιδιώκουμε, τυχαίως.

      (25 Ιανουαρίου 2017)



Δημήτρης Ζαχαριάδης: "Μόλις πέσει η μουσική"

Μόλις πέσει η μουσική θα ψιθυρίσουμε τα μυστικά μας και ύστερα θα βγούμε να περπατήσουμε αγκαλιά με όσα δεν ειπώθηκαν πραγματικά. Θα φιληθούμε σταυρωτά σαν αμήχανοι Ιούδες και θα καληνυχτιστούμε σα να ζήσαμε τις ζωές κάποιων άλλων. Κι όταν θα χωριστούμε,  θα χασμουρηθούμε γεμάτοι ειλικρίνεια.

Σταύρος Γκιργκένης: "Προτροπή"

Σκέψου, τερατικός πειρασμός, μάθε, στρυφνός λογισμός διεστραμμένων, στο χελιδόνι να χάνει το δρόμο του: αν για μία φορά δεν έρθει η άνοιξη, ξανά δε θα τη ζητήσουν οι άνθρωποι.


(από τη συλλογή "Περί ονείρων", εκδ. Ρώμη, 2018)

Βασίλης Βέτσος: "Μικρή Οδύσσεια"

Να τρως ψωμί και πεθυμιές Να ξαμολιέσαι στις χίμαιρες Να χύνεσαι στα χρόνια σου χαμένος Καβάλα σ' ένα σύννεφο υψωμένος Να ’χεις του καραβιού υπομονή Κουράγιο να μαζεύεις μια ζωή Πήγασο να ’χεις στην καρδιά Κι Αλόγου ευελιξία Να κολυμπάς ακούραστος Ως τη Μικρά Ασία Να πίνεις το κρασί Και να ρουφάς το λάδι Ανήμερος να αρπάζεσαι Στου Φεγγαριού το χάδι Στης Μούσας τα σκεπάσματα Να χώνεσαι το βράδυ Θηρία να ημερεύεις Τα πέρατα του Νου Στο Φως να κυριεύεις Του Ηλιάτορα τα δώρα Κι ας είναι ταπεινά Σαν βγαίνει η Αφροδίτη Όλα του Πόθου νόστιμα Της Θάλασσας τα τραγανά Κι ας είναι ξένη η Γη Αρχαία, του Οδυσσέα Αλητήρια συνταγή Ξανά και ξανά.

Λευτέρης Τσώνης: "Προετοιμασία"

Φόρτωνε με ασήμι  τα χείλια της μπροστά 
στον καθρέφτη.

Εκεί, 
μπορούσε να δει τα μάτια του 
πεντακάθαρα 
μπροστά στην ακμάζουσα σιωπή. 


(από τη συλλογή "Αλκοολόγιο", εκδ. Εκάτη, 2015)


Ιωάννα Λιούτσια: "Πιο πολύ"

Τίποτα δεν αγαπώ πιο πολύ απ' τους ανθρώπους που μου φτιάχνουμε καφέ με καϊμάκι, απ' τα βιβλία που, ανέγγιχτα, τα μυρίζω πρώτη, απ' τις λευκές σελίδες ενός μεγάλου τετραδίου, κι από τον ήλιο που βγαίνει στην ομίχλη.


(από τη συλλογή "Συνομιλίες σε Μη+", εκδ. Ars Poetica, 2013)


Ειρηναίος Βρούσγος: "Χρόνος"

Αν και ο χρόνος μας κινείται μονάχα προς το μέλλον (χωρίς ποτέ του να το φτάνει) η συνείδηση του χρόνου κινείται μόνο προς το παρελθόν: Αφού υπάρχω, άρα υπήρχα. Θα ήταν ωραία να μπορούσα να πω: Αφού υπάρχω, θα υπάρχω. Όμως κάτι με συγκρατεί. Ίσως ο Θεός του Μπόρχες που "καραδοκεί στα ενδιάμεσα" των επαγωγών. Όμως και προς τα πίσω πηγαίνοντας (αν ως πίσω ορίσουμε το παρελθόν) πόσα "άρα υπήρχα" χωράνε; Δε θυμάμαι τη στιγμή που δεν υπήρχα.


(από τη συλλογή "Στα ενδιάμεσα, παραμυθία", εκδ. Σαιξπηρικόν, 2013)


Ευτυχία Μισύρη: "Το κοριτσάκι"

Είναι παιδί μου γεννημένο ή ανεπιθύμητη αγέννητη σπορά ή μηλαδέρφι ή πρόγονος μακρινός. Θηλυκό Αγαθό Αυστηρό Αναστημένο στον εντός μου τόπο.
Με φιδοζώνει δίχως έλεος και λέει πως μ’ αγαπάει. Ξαπλώνει να κοιμάται στην παλάμη μου και με βρίζει που ανασαίνω και το ξυπνάω. Τρέχει στη βροχή και με κατηγορεί που μούσκεψαν τα καινούρια του παπούτσια. Με βάζει να του τραγουδώ και μου σφραγίζει το στόμα με το χέρι. Θυμάται Μιμείται Επικροτεί Εκδικείται
Και τώρα θύμωσε δε μου μιλάει. Έλυσε την κορδέλα των μαλλιών του και μου τη φόρεσε. Με κρατούν απ΄ το χέρι. Περνούν οι μέρες κι είναι ακόμα θυμωμένο.

(από τη συλλογή "Ταξίμια", εκδ. Πνοή, 2017)




Στέλιος Καραγιάννης: “Οι δυο σχοινοβάτες"

Το ξέρεις, δεν είναι ο φόβος που με τρομάζει, γύρισε κι’ είπε ο μικρός σχοινοβάτης στον μεγαλύτερο, εκεί ψηλά στην αιώρα, κάτω απ’ το θόλο του μιούζικ-χωλ. Το ξέρω, του είπε ο άλλος ανήσυχος, έχοντας καρφωμένο το βλέμμα του στην κερκίδα. Τούτο τον φόβο τον συνηθίσαμε πια. Το ζήτημα είναι τα λαίμαργα μάτια τους.


(από τη συλλογή "Η έκπληξη της κάθε μέρας", εκδ. Αστρολάβος/Ευθύνη, 1992)


Μαρία Ιωάννου: "Άτιτλο"

Από την πρώτη στιγμή της ύπαρξης μου, είχα μια τάση να φεύγω
Πρώτα από τη μήτρα της μάνας μου. Όταν ήρθε η ώρα να βγω, αρνήθηκα σθεναρά Μέχρι που με βγάλαν. Με το ζόρι Και έφυγα
Στο σχολείο προσκολλήθηκα σε μια παρέα. Δεν χωρούσα, μα χώθηκα Και έμεινα εκεί Για λίγο Μέχρι που έφυγα
Στα δεκαεννιά βρήκα ένα αγόρι Σ' ένα μπαράκι Έκατσα δίπλα του Για λίγο Μέχρι που έφυγα
Έκανα ένα παιδί Κορίτσι Δέθηκα Για λίγο Μα έφυγα
Γνώρισα ανθρώπους Πολλούς Έρωτες, φίλους, συναδέλφους Έμεινα Για λίγο Μα έφυγα
Τώρα μένω με μένα Για λίγο Μέχρι να φύγω
Πάλι

Ελένη Βαρθάλη: "Το τελευταίο ποίημα"

Απόπειρες γραφής, ύστατο εγχείρημα να ερμηνεύσουμε το ανερμήνευτο προσέγγιση διαισθητική που βρήκε τρόπο να αναπνέει παίρνοντας σάρκα και οστά στα περιθώρια των χειρογράφων ή για όσα κρυφά μας συντελούνται ανείπωτα ακόμη επιστρέφοντας ετεροχρονισμένα στον κάτοχό τους την κυριότητα και τη νομή μιας αφανούς κατάκτησης μέσα απ’ την σύνθλιψη του υποκειμένου.
Ας υμνήσουμε τις απώλειες και τις ήττες μας γιατί στάθηκαν οι πρόδρομοι μιας νίκης δωρεά αμοίραστη και γυμνωμένη στο αποκαλυπτήριο φως. Πίστη ριζωμένη για εκείνα που όταν πεθαίνουν ξαναγεννημένα επανέρχονται ξεκληρίζοντας την εγκόσμια πλάνη.
Αν κάποτε μας τελειώσουν οι λέξεις το τελευταίο ποίημα θα ’ναι απέριττο θα ’χει την λευκότητα του χιονιού και το πορφυρό του έρωτα. Αν κάποτε μας τελειώσουν οι λέξεις το τελευταίο ποίημα θα ’χει γραφτεί εν απουσία μας.