Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Μάρτιος, 2018

Γιάvvης Tζανετάκης: "Θα πάμε πάλι"

Ένα πρωί θα πάμε πάλι
στην παιδική χαρά
τώρα θα μου κρατάς
εσύ το χέρι
μη φύγω
-όπως φεύγουν οι μεγάλοι-
όλα απαράλλαχτα
οι κούνιες οι τραμπάλες
τα σχοινιά
θα είναι Κυριακή και θα φυσάει

(από τη συλλογή "Θαμπή πατίνα", εκδ. Πόλις, 2017)

Xρήστος Kολτσίδας: "Oρχηστρικό"

Εκεί που ο ήλιος ψύχωνε σκιές ήρθε κι ένας άνεμος να με βοηθήσει Πλάκες υγρές προσόψεις κτιρίων σκοτεινές κι οι άνθρωποι σκυφτοί
Ακούγονται στο βάθος δοξαριές μικρές κι απότομες
Ορεινή βλάστηση είναι στην καρδιά του τοπίου κι όλα ορθώνονται με σύνεση κι εγκράτεια τριγύρω.

(από τη συλλογή "Τα ορεινά", εκδ. Μελάνι, 2015)


Aντώνης Zέρβας: "Kλειστά"

Ακόμα και στις μέρες μας ένα παιδὶ φέρνει τον έρωτα κι ένα παιδὶ τον διώχνει.
Αλλὰ την πλήξη νεογέννητη κρατάει στα χέρια της τροφὸς η ηλικία μόνη.
Νυστάζουμε! Νυστάζουμε! μιαν άκρη στο κρεββάτι ό,τι μας μένει απ᾽ τ᾽ όνειρο.

(από τη συλλογή "Τα κουρσιμαία", εκδ. Καστανιώτης, 1990)


Σταυρoύλα Γάτσoυ: "Λαϊκό ταγκό"

Θα αναμετρηθούμε εγώ κι εσύ, θα αναμετρηθούμε στη σιωπή.                     Εσύ,                 κι εγώ που                 σου μιλώ. Ανταπαντώ            σε κάθε βήμα. Από σταθμό σε σταθμό,             εσύ, εγώ             που δεν τολμώ,                                    με τα μάτια κόκκινα             από ιδρώτα και κόπο.


        (4 Φεβρουαρίου 2017)

Διοvύσιoς Πλατανιάς: "H θέα έξω από το τραίνο"

Συγγνώμη για την ενόχληση, είπε o
Επιβάτης στον διπλανό του, θα ήθελα
ν' ανοίξω λίγο
το παράθυρο
να δω τη θέα έξω από το τραίνο,
Δεν υπάρχει καμμιά θέα έξω, αντέτεινε
Ο άλλος, ματαίως θα το επιχειρήσετε,
δεν θα δείτε
τίποτα,
Λογικά αυτό δεν στέκει, επέμεινε ο
Πρώτος, ασφαλώς κάποιος χώρος
υφίσταται
Και είναι εύλογο να υποθέσει κανείς
Πως θα πληρούται αντικειμένων
φυσικών και τεχνητών,
Άλλωστε είναι αδύνατον να νοηθεί ότι
Το τέρμα του υλικού μας χώρου είναι
εντός του τραίνου
και πέραν αυτού ουδέν,
Μην εξάπτεσθε, του είπε τότε ο
Συνομιλητής του, θα μπορούσε
βέβαια το τραίνο να είναι το πέρας
ωστόσο
Αυτή η εκδοχή απορρίπτεται όχι γιατί
Δεν είναι πειστική κάθε άλλο
αλλ' επειδή
δεν είναι απίθανη,
Και όλοι γνωρίζουμε καλώς πως
Μόνον το απίθανο είναι πιθανό,
Τελικά γιατί δεν υπάρχει θέα έξω,
Αντίθετα με ό,τι διατείνεται η κοινή
λογική;
αγρίεψε ο αιτών επιβάτης,
Δεν ξέρω, ήταν η απάντηση,
Κανείς δεν ξέρει, υποθέτουμε
μόνον
πως ταξιδεύουμε και

Γεωργία Γιαvvιού: "Aυτοπροσωπογραφία"

Τρύπωσε ο χρόνος απ’ τις ρωγμές του προσώπου μου.
Ζωγράφισα το πορτραίτο μου στον καθρέφτη. Μ’ έσπρωξες μέσα του κι ο κόσμος γυαλί σωριάστηκε θρύψαλα πάνω μου

(από την υπό έκδοση συλλογή "Βόλτα με ποδήλατο")



Εύα Σταματοπούλου: "Νηστεία εδάφους ή Σαρακοστής άπαντα"

Τόσο πεινασμένοι πια για λίγη αγάπη
Που γλείφουμε τα χέρια
Όσων μας χαϊδεύουν
Ελαφρά στο μέτωπο
Ή που το δάκρυ μας σφουγγίζουν
Λίγο πριν πέσει καταγής
Τόσο διψασμένοι πια για καρδιοκτύπια
Που σβήνουμε με μια μονοκοντυλιά
Όλη τη ζωή μας
Και τη φορτώνουμε με κόπο
Σε μια κιτρινισμένη φωτογραφία τσέπης.


(από τη συλλογή "Της ψυχής μου αναλλοίωτο φως")

Διοvύσης Mαρίνος: "Oι ποιητές"

οι ποιητές
που δεν τους διάβασε κανείς
μαύρο έντομο η ανάσα τους
χτυπάει στο τζάμι και χτυπάει
δεν έχουν γιορτή
δεν έχουν σχόλη
αμάζευτο νερό η ευτυχία τους
οι ποιητές
που κανείς δεν τους ξέρει
στη λαϊκή πηγαίνουν τελευταίοι
βρέχει πολύ όταν κοιμούνται
και ταξιδεύουν με ΚΤΕΛ
που ξεφυσούν σαν φάλαινες
οι ποιητές
που ποιήματα δεν γράφουν
μια μέρα
ρουφήχτρες θα γίνουν
ναυάγια στα βιβλία σας
και θα σας πνίξουν
με τους στίχους που θυμάστε


Aνθή Mαρωνίτη: "Tα μικρά που δεν πρόλαβες"

Τα μικρά που δεν πρόλαβες
Τα μικρά πίσω-μπρος που δε μεγάλωσαν
σε καιρό πολέμου για τη ζωή
Τα μικρά που δε σου διάβασα, καλέ μου
ας πετάξουν μακριά όπως εσύ
δυο μοναξιές παράλληλες

(από τη συλλογή "Τα μικρά που δεν πρόλαβες", εκδ. Άγρα, 2018)

Zαχαρίας Στουφής: "Mέτρια γvώμη"

Έχω κι εγώ για τα πάντα
την προσωπική μου μέτρια γνώμη και μέτρια άποψη.
Όμως δεν πρέπει να την ξεστομίζω
γιατί γίνεται σφαίρα που καρφώνεται στην καρδιά του
"ειδικού".

Για κανέναν δεν είναι "σωστό" να πυροβολώ το "σωστό".

Ακόμα και αυτός ο τραγικός κλόουν του καθρέπτη,
που μάταια προσπαθεί να κάνει ό,τι κάνω,
μου λέει ότι πρέπει να τις κρατήσω μέσα μου
ώσπου να γίνουν αμέτρητες οι γνώμες και οι απόψεις,
και με όλες αυτές, να φτιάξω ένα μεγάλο λάθος.

Γιατί όπως πιστεύει αυτός αποτυχημένος,
το πιο πολύ που μπορεί η αγάπη,
είναι να κάνει τις λέξεις να εκτοξεύονται σα σφαίρες,
ενώ το λάθος
κάνει τις σφαίρες να λυτρώνουνε σα λέξεις.



(από τη συλλογή "Η ταξιθέτρια Του Χάους", εκδ. Κάποτε, 2014)

Γιώργος Mαρκόπουλος: "Tα ποιήματα, έvα ποτάμι, ο ποιητής"

Τα ποιήματα είναι τόσο δύσκολα, το ξέρετε. Και αν σηκώσεις τις λέξεις, είναι τόσο θλιμμένα σαν δάχτυλα που πόνεσες μια νύχτα με αγωνίες.
Ένα ποτάμι είναι ένας ξένος που κρύβεται, το ξέρετε. Την ημέρα πηγαίνει στη θάλασσα. Το απόγευμα λουφάζει ακίνητο σαν αγρίμι που πέρασαν δίπλα του κυνηγοί.
Ο ποιητής, ένας δήθεν αδιάφορος που κρύβει τα χέρια του στις τσέπες.

(από τη συλλογή "Οι πυροτεχνουργοί", εκδ. Εστία, 1990)

Νίκος Μπελιάς: "Αιώρηση"

Κάτω από έναν καυτό τετράγωνο ήλιο
κι ένα ραγισμένο ουρανό που στάζει πονοκεφάλους,
κρέμεται όνειρο παγίδα.
Ζωές ανυποψίαστες σ' άτσαλα άλματα
φθάρηκαν βάναυσα να το αγγίξουν.
Τσουβάλια οι απώλειες.
Με ένταση οι ύστατοι πλάθουν την απόδραση.
Πηδώντας στη νύχτα ελπίζουν,
αν όχι, θα λιώσουν λαμπεροί.


(από τη συλλογή "Η ψυχή ιδρώνει", εκδ. Ιωλκός, 2017)

Aνέστης Mελιδώνης: "Hλιοτρόπιο"

Ανέκαθεν σε φρόντιζε ο ήλιος Στραμμένος προς τη θλίψη σου Εφεδρικός ήρωας στα όνειρά σου Δεμένη πάνω του η συμπόνοια Χρεωμένη η θάλασσα με σίδερα Που λιώνουν Αδήριτα.
(από τη συλλογή "Αστέρια από χαρτί", εκδ. Γαβριηλίδης, 2010)

Tέλλος Φίλης: "Συvάvτηση"

Μου είπες: "μύρισε τη νύχτα για μένα" κι εγώ πνίγηκα από την απουσία τόσων φίλων μάτωσα, από χιλιάδες αγκάθια κομμένης απότομα αγάπης ανάμεσα σε νέες πατρίδες και παλιές
χρόνια μετά θα αναρωτιόμαστε ποιοι είμαστε πραγματικά και τι από τις ρίζες μας απέμεινε
μόνο αναγνωριστικό ετούτη η μυρωδιά της νύχτας που ποτέ δε μπορέσαμε να μοιραστούμε αλλά, κατάσαρκα φυλάττουμε ως Θερμοπύλες καθένας μόνος του σε τόπους ξένους, ξένοι κι εμείς ακατανόητοι, άμαθοι και αφελείς πνιγμένοι, μόνοι
για τη στιγμή εκείνη της συνάντησης που ούτε καν προβλέπεται προς το παρόν πως θα υπάρξει

(από τη συλλογή "Το έσχατο έρμα", εκδ. Πόλις, 2018)



Πατρίτσια Αϊβαλή: "Στη στροφή"

Αχνιστός καφές στο τραπέζι, κόκκινο σεντόνι κουρτίνα και το τριαντάφυλλο ένδοξο , διαιτητής της σχέσης. Διακοπή στις ματιές τους οι τρυφεροί ήχοι.
Στροφή. Τίναγμα και δίλημμα. Δεξί βήμα, ελεύθερη ανάσα. Αριστερό βήμα, λαβωματιά και εγκλεισμός. Ο καφές, δικαστής κι ένορκοι η κουρτίνα.


Aντώνης Zέρβας: "Tι κρίμα!"

Ποτέ δεν χάρηκα τη γεύση  νωπού καρπού της εποχής  Ήθελα πάντα τα βαρειὰ φαγιὰ που σκάβουνε τον ουρανίσκο για να κρατιέται η λεοντή, κι έγινα σαν τους μοντέρνους βασιλείς που ᾽χουν ξεχάσει το θυσιαστικό τους πεπρωμένο.

(από τη συλλογή "Μερικὰ μερικά", εκδ. Ίνδικτος, 2010)

Λίvα Φυτιλή: "Oι σωστές αποφάσεις παίρvονται το καλοκαίρι"

Ο φόβος έφταιγε, οι φίλοι που ομοιοκαταληκτούσαν με τους μεταστάντες, τα μάτια της γάτας στο σκοτάδι
από τότε,
έκλαιγα με τον τρόπο των φυτών, αθέατα σταγονίδια στις μασχάλες των φύλλων
γελούσα ζώντας την επαρχία μου σε άλλη πόλη
ανοιγόκλεινα το τέταρτο του αιώνα σε σχήμα αχιβάδας
μιλούσα για το ανυπόμονο μέλλον και τη μαύρη τρύπα
λίγα μέτρα κάτω απ’ τα πόδια μου


(από τη συλλογή "Μυθική μέρα",  εκδ. Ενδυμίων, 2014)


Avτώνης Φωστιέρης: "Xρυσόσκονη αφθαρσίας"

Άλλο η μελίρρυτη ρητορική Του έρωτα Κι άλλο Να προελαύνεις έφιππος Στα ξένα σώματα.
Τι απαλή Τι απατηλή χρυσόσκονη αφθαρσίας Πάνω στα πράγματα Οι ονομασίες.
Τι μακρινό αεράκι το Αθέατο Που όλο υπόσχεται Κι όλο ευλογεί Χαλκεύοντας Το πιο γκροτέσκο αντίγραφο Αυτού του κόσμου.
Γκροτέσκο αντίγραφο ενός κόσμου αληθινού Που πύρωσε απ’ τη θέρμη των αισθήσεων Κόρωσε Και ξαφνικά εξατμίστηκε σε λέξεις.
Πάρτε μια πρόγευση της αιωνίου ζωής:
Ασώματα σαν άγγελοι τα πράγματα Με τα εξαπτέρυγα των φθόγγων ίπτανται Στων ονομάτων τους το μνήμα Λιώνοντας, Κουφάρια λείψανα του αληθινού Αθάνατα- Ως τη συντέλεια των καιρών αθάνατα, Από τη βάφτισή τους κιόλας Πεθαμένα.


(από τη συλλογή "Τοπία του Τίποτα", εκδ. Καστανιώτη, 2013)

"Γραβάτα δημοσίας αιδούς" του Δημήτρη Π. Κρανιώτη [εκδ. Κέδρος 2018]

Σήμερα Τρίτη 13 Μαρτίου 2018 κυκλοφόρησε στα βιβλιοπωλεία η νέα ποιητική συλλογή του Δημήτρη Π. Κρανιώτη "Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς" από τις εκδόσεις Κέδρος: https://www.kedros.gr/product_info.php?products_id=8800 
Πρόκειται για την ένατη ποιητική συλλογή του Λαρισαίου γιατρού σε Ελλάδα και εξωτερικό και το δέκατο συνολικά βιβλίο του (εξέδωσε και μια ποιητική ανθολογία στα αγγλικά) με 52 ποιήματα που έγραψε την τελευταία επταετία 2010-2017. Το εξώφυλλο σχεδίασε η Ξένια Τρύφων.
Το δελτίο τύπου των εκδόσεων Κέδρος:



Παναγιώτης Δαμκαλής: "Xρόvoς αιθέρας"

διάλεξα την πλευρά που έχει φως θέση με παράθυρο
στο φως γίνομαι διάφανος καθαρή σκέψη
αόρατος αλλά αισθητός
μια οσμή

μια άδεια καρέκλα
ανάμεσα στην ώρα και το άχρονο


Σoφία Περδίκη: "Ό,τι απoμέvει"

Ήσουν από πριν εκεί. Έστεκες στην άκρη του κάδρου.
Κι όταν άνοιξε η μεγάλη κουβέντα για την απροσδιοριστία των ήχων -θέμα που πάντα απασχολεί όσους ακούνε τα όνειρα- κατέβηκες αργά επίμονες εκκλήσεις πείνας άρχισες να γρατζουνάς νότες κρουστές ροκάνιζες στα πλήκτρα. Μεγάλωσες γρήγορα, σου έλειψε ο αέρας και τώρα τεντώνεσαι στο πεζούλι της αυλής. Το σπίτι χαμηλό, έξι και πολλά τέταρτα οι ώρες, φόρεσες και τα μαύρα τα καλά τα ρούχα του πατέρα, λουστρίνια σκαρπίνια στ’ αρθρόποδα άκρα, κρύφτηκαν οι τομές, χαϊδεύω απαλά τις εγκοπές, ξαπλώνω στο πλάι σου, ό ώμος βλέπετε γερός και η εξάντληση μεγάλη. Χωρίς παράσιτο πια το μεγάλο μας πιάνο ζωγραφίζει στα κενά διαστήματα, ξεκλειδώνει τα μέτρα στην ίδια πάντα θέση του ασβέστη, γιατί ένα σφουγγάρι κινούμενο είναι η μνήμη, την παρτιτούρα συνέχεια σβήνει κι ό,τι απομένει η μουσική.



Eιρήvη Σουργιαδάκη: "Tηλεφώνημα"

Με στοίχειωσαν απαντήσεις αριθμοί κλειδιά καλώδια αυτός ο άντρας σταματάει ένα ταξί κάθεται πάντα στο μπροστινό κάθισμα Οι νευρώνες μου ακολουθούν τις λέξεις σου
κι εκρήγνυνται
Γεμίζει πάλι αίματα το σπίτι


Στέλιος Kαραγιάννης: "Mε έvα κουρελιασμένο ένδυμα"

Όταν στο τέλος έμεινε μόνος του, χωρίς συντρόφους ήτανε λιόγερμα κι’ αμέσως το ’νοιωσε πώς ήτανε αυτός ο Οδυσσέας, μόνος του, ανοχύρωτος, κατάντικρυ στη μοίρα του, μ’ ένα κουρελιασμένο ένδυμα, κατάντικρυ στη νύχτα και στο θάνατο, διψώντας πάντα για ζωή και για αθανασία. Κάθισε τότε στην άκρη του πιο αγέρωχου βράχου, και μη έχοντας βέβαια,τίποτα να καπνίσει, στήλωσε έκθαμβος και σα μικρό παιδί το βλέμμα του, εκεί που φλέγονταν το αέναο πέλαγος, κι’ έμεινε έτσι όσο που νύχτωσε, να συλλογίζεται το δρόμο του, ίσως μ’ ελπίδα, μ’ εγκαρτέρηση και νοσταλγία.