Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Απρίλιος, 2018

Aργύρης Παλoύκας: "Άτιτλo"

ΑΚΟΜΑ ΚΙ ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ, όταν τους μιλάω για τον αληθινό καημό μου, στρέφουν αλλού το πρόσωπό τους. Μόνος του γυρίζει καθένας στη φωλιά του.

(από τη συλλογή "Άνθρωποι που γελάνε", εκδ. Κριτική, 2018)

Kωvσταντίνος Mούσσας: "Φοβάμαι"

Φοβάμαι.

Το ύψος του ακατοίκητου θαυμαστικού
όπως επαναλαμβάνεται τρεις φορές
μετά την προδομένη λέξη.
Το ξαφνικό τηλεφώνημα μιας υπεραστικής απώλειας,
τις ανοιξιάτικες μέρες των παιδιών και των πορνείων,
τα περιστέρια που κοιμούνται στις ηρωικές σκιές των αγαλμάτων.
Το δεύτερο ζευγάρι κλειδιών που δε χρειάστηκε ποτέ,
όσες φωτογραφίες δεν είσαι,
τις τελείες πριν γίνουν αποσιωπητικά.

Ψέματα.

Φοβάμαι μόνο την μετά θάνατον, πιθανή, αθανασία.
Γι’ αυτό και μαζεύω από τώρα
εμφιαλωμένα αποθέματα τέλους.
Ποτέ δεν ξέρεις...

(από τη συλλογή "Τροπικοί δείκτες", εκδ. Αλεξάνδρεια, 2017)

Δημήτρης Ξυδερός: "O Άθλoς"

Αυτή η πόλη καλά κρατεί. Είναι βαρύ το χώμα,
που σκεπάζουν οι αιώνες.
Είναι το χρονικό της κιβωτός,
φέρει τα ιερά και τα όσια.
Μ’ αυτά τα λάβαρα
ζωντάνεψαν οι μνήμες,
έλαβαν σάρκα και οστά,
έγιναν η φρουρά της.
Κι ο πόλεμος που έφτασε
προ των πυλών,
μ’ αυτά εδώ τα λάβαρα,
το φόβο που έσπειρε, θα θερίσει.
Κι ας λαβωθήκαμε
επάνω στις επάλξεις,
εμείς που δοκιμάσαμε την πίστη μας,
μάρτυρες και ήρωες
οι πιο πιστοί απ’ τους πιστούς·
γράψαμε στα σκουτάρια
τ’ όνομά μας.
Αυτός ήταν ο άθλος.
Κι ας περιμέναμε
- έτη πολλά,
με υπομονή και καρτερία.
Κι ας περιμέναμε
- έτη πολλά,
αυτή η πόλη θα αντέξει
άλλη μια πολιορκία!

(από τη συλλογή "Αθλοφόροι", Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2018)


Eλένη Mαρινάκη: "Aπόρριψη"

Όλοι το ξέρουμε καλά.
Ο χρόνος
τρώει βιαστικά
τα δάχτυλά μας
την ώρα ακριβώς
που του ζητάμε
λίγη αφή
να μας ζεστάνει



Σταύρος Mίχας: "Kαθισμένος στην όχθη του χρόνου: ο ωροποιητής"

Καθισμένος στην όχθη του χρόνου
σβήνοντας τη νερένια εικόνα μου να σταματήσω στη λαμπερή στιγμή σαν Βούδας στην όχθη του εαυτού του να εισχωρήσω σ' όλα τα επίπεδα φωτός σ' όλες τις νύχτες να γυρίσω τα μέσα έξω να σκεπαστώ με όλα φως κι ουσία κι απουσία
μες στη σιωπή
σε μια ιλιγγιώδη ακινησία σε μια πληρότητα κενή
δεν υπάρχει τέλος ούτε αρχή δεν τελειώνω μήτε αρχίζω δεν ξέρω αν υπήρξα ή είμαι ή θα υπάρξω.
Γύρισα εκεί απ' όπου δεν ξεκίνησα σ' ένα στιγμιαίο κενό.
Ποτέ δεν είμαστε ό,τι είμαστε τίποτα δεν τελειώνει στον εαυτό του πορεύομαι ίσια σε μένα που δεν υπάρχω.
Το κενό είναι μέσα μου.

Λέλη Mπέη: "H καπvισμένη μητρόπολη"

Η νύχτα μίκρυνε Έγινε ένα σκοτάδι μεταλλωρύχων καθώς οδηγώ στην καπνισμένη μητρόπολη Από το κενό της σιωπής αιωρείται ένα άλλο σοβαρότερο κενό που μένει πίσω μου και όσο προχωρώ αυτό μεγαλώνει Το παρελθόν παίρνει διάφορες μορφές στο πίσω τζάμι Δίπλα μου κάθεται η απίστευτη πληροφορία Μέσα στο σκοτάδι δεν είμαι μόνο εγώ. Σε μια παλιά γραφομηχανή το ασπρόμαυρο φιλμ ξετυλίγεται Το χτισμένο ποτάμι ακούγεται στο βάθος να τρέχει Όχι πάνω από εκατό χρόνια δεν γίνεται να ζεις στην καπνισμένη μητρόπολη Πάνω από εκατό χρόνια δεν γίνεται. Όχι Το βαρόμετρο του καιρού δείχνει πως δεν θα σταματήσει να βρέχει Παρακολουθώ ένα ρεύμα αιθάλης να κρέμεται στα σκοινιά της πόλης Τα φουγάρα δυστυχώς θα αυξηθούν Ο δρόμος σβήνει τα ίχνη κάθε τόσο σαν τους καθαριστήρες στο τζάμι Το ρυάκι κελαρύζει ήρεμο στο δάσος το δάσος γεμίζει ανεξίτηλο έρωτα Μια μακρινή ντουφέκια πίσω από τους λόφους Δεν ασχολείται κανείς. Ο δρόμος χάνεται μέσα σε κατάλευκα σύνορα Μια σιδερένια γέφυρα τρυπάει δυτικά τα πλευρά της πόλης Όχι. Εκατό χρόνια να ζεις στην καπ…

Xριστόφορος Tριάντης: "Aλληγορία"

Η ποίηση είναι μια  αλληγορία, μακριά απ’ τη γνώση και την κατανόηση (του θανάτου), αντίστροφη προς την ακινησία και τους κύκλους. Ενδιαίτημα για την απραξία. Λογοτέχνημα εναπόθεσης θλίψεων και απογοητεύσεων.   Μακρά αναγραφή για σκέψεις και μεταφορές (από παλιά).

Bασιλική Δραγούνη: "Ποίημα αγέvvητο"

Έρχεται από τη χώρα του ξεχασμένου απροσδόκητου
και καταλήγει να κοιμάται στο σώμα μου κουλουριασμένο.
Αραδιάζω μία μία φοβίες, εκζητήσεις, συναλλαγές, εξαπατήσεις
μέσα στα αθώα του όνειρα μα εκείνο λαχταρά να γεννηθεί.
Κάθομαι με τα χέρια μου επάνω στην καρδιά του
κι εκείνο ανοίγει τα μάτια και χαμογελά μέσα απ’ τα δάχτυλά μου.



Σoφία Σκλείδα: "Για τα μάτια σoυ"

Συμφιλιώνομαι με τις λέξεις κοιτώντας τα μάτια σου Νιώθοντας το σφυγμό σου, Ακουμπώντας στην καρδιά σου Ο ήχος της εικόνας μας γίνεται τραγούδι Αυλός φιλόμουσος στα χέρια μας Κήπος ευωδιαστός σαν τα όνειρά μας…


(από τη συλλογή "Ονείρων Όαση", 2014)

Eύα Mοδινού: "Aπόσταση"

Σ’ αυτό το κόκκινο ποτάμι δίχως όχθη στέκει ό,τι άφησες μισό∙ λατίνι μες στη ρεματιά ριγμένο.
Ολόγυρα οι φλούδες μιας μασχάλης σφοδρή σκιά μεσημεριού μια ίσκα που δεν έφτασε ν’ ανάψει την καλή φωτιά.
Ξέρεις πως δεν θα φτάσεις στ’ άλλο άκρο
οι ρίζες του παλιού κορμιού ένας κύκλος να σε ζυγώνει όπως ο ορίζοντας την πλώρη πότε μακριά, πότε κοντά, ποτέ σιμά σου.
Κι ούτε θα κλάψεις ό,τι έθαψες ξοπίσω.
Σουρντίνα της ψυχής σου τρόπος στέρεος για ό,τι αντέχει.
Ένα αδράχτι ιοβόλο πες σ’ απείλησε παραμυθιού αδιάκοπο εμπόδιο που το ξεπάστρεψες.
Γοργός τώρα τραβάς στην απερίσπαστή σου θάλασσα και σταματάς μονάχα σε μια γάτα όμορφη
σ’ ένα πρεβάζι κόκκινο που ξαφνιασμένη σου κοιτάζει την Απόσταση.
(από τη συλλογή "Το κοίλο της σιωπής", εκδ. Εριφύλη, 2003)

Παvτελής Mπουκάλας: "Tο λάθος"

Τα ρούχα της δουλειάς σε χάρτινη σακούλα, φίρμα, Με το σκοινάκι της, να μοιάζει δώρο αγάπης ακριβής. "Α, ένας από μας…" άκουγε μέσα του την ξένη σκέψη. Ένιωθε ίδιος όσο την κρατούσε, στη στάση του λεωφορείου ασφαλισμένος, έγκυρος…
Έπιανε θέση μονάχα αν ήταν άδειες οι μισές. Απόθετε στα πόδια τη σακούλα, απαλά, πρόχειρο αναλόγιο, και πάνω της ένα βιβλίο. Το ίδιο πάντοτε, ελληνικό, με το εισιτήριο σελιδοδείκτη. Το 'χε ζητήσει από το αφεντικό του, κι εκείνος του έδωσε το Λάθος.
Σπάνια γύριζε σελίδα. Θάλασσα οι λέξεις, κι αυτός, πέτρα βουνού, δεν ήξερε από αρμυρά ταξίδια βυθιζόταν. Ένα μονάχα ήξερε: Το εισιτήριό του, το κανονικό, το σίγουρο, αυτό που απέτρεπε τους ελεγκτές και ημέρωνε το βλέμμα το καχύποπτο ήταν το βιβλίο.
Δε διάβαζε. Ούτε της γλώσσας του τα γράμματα δεν ήξερε να βάλει σε μια τάξη. Όσα χαρτιά κι όσες σφραγίδες κι αν έσερνε στην τσέπη του ο φόβος Το διαβατήριό του για τον κόσμο των ομοίων ήτανε το βιβλίο με τις ελληνικές σελίδες. "Α, ένας από μας…"
Κι έτυχε σε ελεγκτή φιλαναγνώστη και…

Mαρία Kουλούρη: "Mυκήνες"

Το μεσημέρι στον ελαιώνα Ακούγαμε τη ζέστη και τις φωνές Κάποιοι λέρωναν τις παλάμες τους Μάζευαν αδικημένους καρπούς Έτρεχαν να προλάβουν την πείνα της γης Ο χρόνος χτυπούσε τα στομάχια τους Και εκείνοι τα δέντρα Χρυσή βροχή πότιζε τους σκυμμένους συλλέκτες Ώσπου στο τέλος άδειαζαν τα κλαδιά Και τότε έπιανα δουλειά εγώ Μέχρι το βράδυ Κρεμούσα παγίδες στους γυμνούς κορμούς Ύστατη ελπίδα για εκείνο το βλέμμα σου

(από τη συλλογή "Ρολόγια και άλλοι χτύποι", εκδ. Μελάνι, 2015)

Mαρία Aρχιμανδρίτου: "Kαιρού χειμώνα"

Κι έπεφταν Απαλές μαύρες νιφάδες Που δεν έλιωναν Μονάχα πέτρωναν επάνω στην ψυχή της Και στο μισό πικρό χαμόγελο Χαρά αυθάδης χάσκει τώρα ημιτελής Το τράνταγμα φυλάγοντας στα σωθικά Φουσκονεριάς που ανέβασε Κακός καιρός στα χείλη.


(από τη συλλογή "Ηλίου Φάος", εκδ. Ostracon, 2015)


Xρυσή Kαρπαθιωτάκη: "Nύχτα δέκα στίχων"

η νύχτα απόψε με παραμονεύει
παραφυλά τον ύπνο μου τη σκέψη νύχτα διπρόσωπη τυφλή σακατεμένη διπλά προδίδει κι αγαπά διπλά δαγκώνει βρέφος φασκιώνει τ’ όνειρο μου στο σεντόνι
βέρα μου σφίγγοντας στο δάχτυλο ματώνει έφηβη σέρνει τη ψυχή μου στην αγχόνη νύχτα διπρόσωπη τυφλή σακατεμένη παραφυλά τον ύπνο μου τη σκέψη
η νύχτα απόψε που παραμονεύει

Δέσπoιvα Παπαδήμου: "Γεvιές μακριά"

Και η δικιά σου αρχή Είναι κοντά στο τέλος μου.
Μια ζωή Από κλωστή είναι κρεμασμένη Και μια ψυχή Στα δύο μοιρασμένη.
Μήπως και νοιώθω αλλιώς εγώ Από σένα; Είν’ ο καθρέφτης Που μου θύμισε τι ήθελα να πω.

(από τη συλλογή "Ουσία μετουσίωσης", εκδ, Ερωδιός, 2012)



Διοvύσης Kαρατζάς: "Λάθος ορισμός"

Δοκίμασε να λύσει σταυρόλεξo στον ύπνο του. Σε τρισδιάστατες λέξεις χώρεσε καταιγίδες και ολόσωμα χάδια. Κάποτε μπλέχτηκε σ’ αινίγματα κι έγειρε κατάκοπος σε απορίες. Όταν ξύπνησε, θυμήθηκε μόνο πως όλη νύχτα πάλευε να περάσει στα όνειρά της.

Εύα Σταματοπούλου: "Έκρηξη σιωπής"

 Στον πατέρα μου

Αγροικάω Κρυφακούω – θροΐσματα και ψιθύρους Στους ελαιώνες της νιότης μου Αναζητώ ψηλαφώντας Την εικόνα Την παρουσία σου Μα –φευ!- λείπεις Μια έκρηξη σιωπής Διαδέχεται τ’ όνειρο που 'ρθε Στην ξώπορτα μας σαν εφιάλτης Τον ζω ή με ζει; Να ελπίζω ή να μην; Κι όλο σε αναζητώ Μα η έρημος γύρω μου δεν βγάζει κιχ! Αφουγκράζομαι Μα δεν ακούγονται καρδιακοί παλμοί Ή άλλη υλική απόδειξη Απόδειξη ότι σε έχω Και ότι δεν τρέφω  δεσμό με ένα όνειρο - Μια πνοή ανέμου - Έναν άνθρωπο - Εσένα, Πατέρα Η έκρηξη αρχίζει από την καρδιά Του καθρέπτη Και απλώνεται ολούθε γύρω μας Σιωπή – να σ’ εξαντλήσω Ή θα μου φέρεις καλά μαντάτα; Ότι ζει, ότι έχει πάει ταξίδι εδώ κοντά Ότι η σιωπή δεν είναι συνενοχή και βασκανία
Και πάλι αυτή η αβυσσαλέα σιωπή Εκρήγνυται Απ’ τα μάτια Τα χείλη Το μέτωπο Κι σαν φτάσει στην καρδιά Την πιάνει πολυλογία
Αφου

Aντιγόνη Bουτσινά: "O κήπος με τα λάθη"

Είχε φυτρώσει μες στο σπίτι του ο κήπος με τα λάθη ώσπου μια μέρα, πήρε το μεγάλο κλαδευτήρι "δεν πάει άλλο", είπε και βάλθηκε να κόβει τ’ αγριόχορτα.
Όταν τελείωσε γύρισε να κοιτάξει
μα από παντού έμπαινε κίτρινη η έρημος.

(από τη συλλογή "Το λάθος ποίημα", εκδ. Μελάνι, 2012)

Mαρία Σκουρολιάκου: "Δελτίο συμβάvτωv"

Βρέχει   θανατηφόρες παιδικές χαρές. ΗΜεσόγειοςξερνάει μετανάστες . Δυο φίλοι αποχωρίζονταιστην άσφαλτο με πορφυρό μαντήλι στην καρδιά τους.
Στο χάρτη ολοκαυτώματαψυχές καθώςτου ήλιου οι καταδότες παρελαύνουν. Χέρια που αλλάζουνεχαρτονομίσματα νεκρά. Σκάφη που αναζητούν χαρτιάαξιοπλοΐας.
Κάνειπολλούς βαθμούςντροπή. Κιηάνοιξη πεσμένη καταγής να την κλωτσούνδιάττοντες αστέρες. Άνοιξη καρφωμένηστο σταυρό μεςτοθλιμμένοπίνακα τουΕλ Γκρέκο.

(από τη συλλογή ''Χρώμα Αύριο'', 2015)    

Nτίνος Xριστιανόπουλος: "Eνός λεπτού σιγή"

Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά, έναν ώμο ν’ ακουμπάτε την πίκρα σας, ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας,
κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας, έστω και μία φορά; Είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή για τους απεγνωσμένους;

(από τη συλλογή "Ανυπεράσπιστος Καημός")

Hρώ Nικοπούλου: "Έξω"

Έξω λες έξω από το χρόνo χνούδι λευκό που στροβιλίζεται του κλέφτη κολλάει στα μαλλιά στα ρούχα και στα βλέφαρα υδρατμού λευκό σεντόνι στο δυτικό μπαλκόνι του σχολείου πέπλο ημιδιάφανο της Αίγινας κρυψώνα
Όμως πάει καιρός τα παιδικά επιφωνήματα αναπηδούνε στην αυλή και μ’ ένα κόκκινο παλμό ανυψώνονται φωνήεντα τώρα αντηχούν κενά
Μπαλόνια ταξιδεύουν στον αέρα αγάλματα αμίλητα πολύ ακίνητα αγέλαστα που αυλίζονται στη νύχτα μυστικά ορίζοντας τις μέρες μας
Και πλέον ψιχαλίζει τις αυγές πικρά και πεινασμένα κελαηδίσματα κι όμως εσύ επιμένεις έξω Πες μου πώς βγαίνεις πώς από χρόνος γίνεσαι Καιρός;

(από τη συλλογή "Το πριν και το μετά την παύλα", εκδ. Γαβριηλίδης, 2018)